Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Portrait of the artist as a young transgendered woman



(Stassa 2009; αυγά και μπέικον σε λαδόκολλα)

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Το τέλος του Μαύρου Κύκνου (σύντομο διήγημα)

[Δεν απολογούμαι για τα αισθήματα της εφηβείας μου, ή για τη γλώσσα μου, τότε- αν κι αυτήν δεν μπορώ να την αφήσω ήσυχη, την έφερα όσο γίνεται στα τωρινά μου μέτρα, γιατί δεν κρατιέμαι να μην διορθώσω, δεν γίνεται, αν τ' αφήσω όπως ήταν στο πρωτότυπο θα μας πάρει ο διάολος. Εκείνη ήταν η εποχή αμέσως πριν κάψω οριστικά το μυαλό μου κι οι λέξεις ακούγονταν αλλοιώς μέσα μου, φαίνεται (γιατί από τη χημεία έκανε ηχώ ο εγκέφαλός μου). Σήμερα τα διαβάζω και ψιλοντρέπομαι που τα νόμιζα και καλογραμμένα. Αλλά δεν σνομπάρω τον εαυτό μου. Είχα μεγάλες καύλες κι έγραφα, μεταξύ άλλων, για να ξεκαυλώσω. Το σεξ όταν το βλέπεις απ' έξω φαίνεται γελοίο, μάλλον, ίσως. Τότε αυτή είναι η τσόντα που έπαιζε στο μυαλό μου εκείνη την εποχή. Επί τη ευκαιρία, ο Μαύρος Στρατός είναι από το Risk που παίζαμε.]

Ονειρεύτηκα το Αγαπημένο Πουλί του Θανάτου, τον μοναχικό, τον Μαύρο Κύκνο. Ζει τη ζωή του ουρλιάζοντας για μια μοναδική, βασανιστικά Μεγάλη στιγμή. Κι αμέσως πεθαίνει, σκοτωμένος από την ομορφιά του σκοτεινή, την ομορφιά του αβάσταχτη, από την αβάσταχτη, σκοτεινή ομορφιά του.
(Σπίριτου: Ωπάν Βέλω)


Ο Σπίριτου, το Μαύρο Πνεύμα, ο Κατακτητής με τη Μαύρη Σημαία, ο Σπίριτου, ο Μαύρος Κύκνος, ο Εφιάλτης Πολέμαρχος, ο Ηγέτης του Μαύρου Στρατού, νίκησε. Κι επειδή μόνο έναν αντίπαλο είχε και μόνο εκείνον τον αντίπαλο μπορούσε να νικήσει, αφού τον νίκησε, ο Σπίριτου πέθανε. Γιατί ο αντίπαλός του ήταν ο Θάνατος. Και όλες οι μάχες που έδωσε ποτέ, ο Μεγάλος Πόλεμος όπου πολέμησε, ήταν στην πραγματικότητα ένας αγώνας, αυτός: ο Αγώνας να μείνει ζωνταντός μέχρι το τέλος.

Η ζωή του Σπίριτου, ήταν ένας ξέφρενος καλπασμός που ποτέ δεν σταμάτησε. Άρχισε όταν το Μαύρο Πνεύμα, σε όνειρο, κατέλαβε το σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου και ξυπνώντας μέσα του άνοιξε τα μάτια του στον κόσμο μας. Οι σοφοί και οι μάγοι αναγνώρισαν στη μελανόλευκη μορφή του Σπίριτου τον Εφιάλτη Πολέμαρχο, και απόρησαν. Και θαύμασαν το μυστήριο. Γιατί ένα όνειρο είχε ξυπνήσει στον κόσμο της καθημερινότητας. Κι ακόμη περισσότερο φοβηθήκαν, όλοι, σοφοί, ενάρετοι, αγαθοί και κακόβουλοι, γιατί το πρόσωπο μαύρο και το πρόσωπο ξένο του όνείρου που ήρθε στον κόσμο μας, το πρόσωπό του, πρόσωπο πλάσματος της αβύσσου, έγραφε με μεγάλα φωτεινά γράμματα: ΚΑΤΑΚΤΩ! Και τέτοια προφητεία, σε τέτοιου τα χέρια αφημένη, δύσκολα ξεχνιέται και γρήγορα εκπληρώνεται.

Και γρήγορα, ο Σπίρτου, που το όνομά του δεν χορταίνω να επαναλαμβάνω στην εσωτερική ακοή μου, εγώ που γράφω την ιστορία των τελευταίων στιγμών του, κατέκτησε τον κόσμο κι επιβεβαίωσε τους φόβους και τις ελπίδες των διορατικών ονειροβατών. Όποιος τον γνώρισε και τον είδε να τρέχει προς τον τελικό του προορισμό, ένοιωσε την ταχύτητα και άκουσε τον άνεμο της ορμής του να τραγουδάει παιάνες στη ζωή και το θάνατο. Ο Σπίριτου χόρευε, όταν οι άλλοι γύρω του πολεμούσαν. Κι ο χορός του ήταν τέλειος και δεν άφηνε κανέναν να τον αγγίξει. Ο χορός του ήταν μεγάλος. Χόρευε σε κύκλο, ώστε ποτέ να μην αναγκάζεται να κόψει το βήμα του. Και χορεύοντας κυκλικά, γύρω από τους ηλίθιους που στέκονταν στον δρόμο του, την ίδια στιγμή κάλπαζε ασυγκράτητος πάνω του, στον δρόμο που μόνο γι΄ αυτόν στρωμένος, οδηγούσε από τη ζωή του στο θάνατό του. Έτσι, ο χορός του ήταν μια σπείρα. Ένας άπειρος κύκλος με κέντρο ένα αιώνια ιπτάμενο βέλος. Ο Σπίριτου πέθανε όπως μόνο πεθαίνει το πνεύμα. Γιατί έζησε με τα μάτια του πέρα από τούτη τη ζωή, καρφωμένα στη στιγμή του θανάτου του. Τϊποτα άλλο δεν είχε εκτός από αυτόν. Εκείνος τον οδηγούσε. Και γνωρίζοντας από την αρχή το τέλος του όρμησε να τον συναντήσει.

Ο Σπίριτου άγγιξε τον κόσμο με δέος. Ο Σπίριτου στον μανιακό καλπασμό του πέρασε πάνω από τα ευαίσθητα πέταλα των λουλουδιών της ζωής χωρίς να τα τσαλαπατήσει. Πάνω από τα αγκάθια ξυπόλητος χωρίς να τρυπήσει τα πόδια του. Πάνω από τα στάχυα χωρίς να σκορπίσει τον καρπό τους. Πάνω από τα ζιζάνια χωρίς να τα προσβάλλει. Έδειρε αλύπητα όσους του αντιστάθηκαν, χτυπώντας τους μόνο με τα ξύλινα όπλα του που τα έλεγε Κόπανους. Κανένα κεφάλι δεν πήρε με τη βαρειά του Σπάθα. Κι όσο για τους νεκρούς στις μάχες που έδωσε, αυτοί έπεσαν από τα όπλα όσων τον ακολούθησαν, που ήταν τυφλοί σαν εσάς κι εμένα. Τυφλωμένοι από την οργή τους, σαν εμένα, κι όχι από την βλακεία τους σαν εκείνους που σταθήκαν στον δρόμο τους, μα το ίδιο ανίκανοι να δουν μπροστά στη μύτη τους. Ο Σπίριτου συχνά τους μιλούσε και τους έλεγε, στο Μαύρο Στρατό του: "Αφήστε τον πόλεμο σ΄ εκείνους που γεννήθηκαν για να πολεμούν. Μην αφήνετε την οργή σας να σας παρασέρνει." Γιατί εκείνος ήτανε αληθινά γεννημένος για μάχη και πόλεμο. Τίποτα δεν τον έσερνε. Πουθενά δεν αφηνόταν. Έτρεχε ελεύθερος, μόνο οδηγημένος από το πεπρωμένο του, σπρωγμένος από το πάθος του, καβαλικεύοντας τη μανία του, γαντζωμένος από τη χαίτη της φλογερής του επιθυμίας, κεντρίζοντας τον εαυτό του με την τρομερή του δύναμη που ανάβλυζε από μέσα του και χρωμάτιζε το σώμα που είχε κατοικήσει.

Μα όπως εκείνος δεν μπορούσε παρά να ζήσει έτσι ακριβώς, ήξερε οτι το ίδιο έπρεπε να κάνουν κι όσοι πιστεύοντας οτι η οργή είναι δικαιολογία θα δικαιολογούσαν μ΄ αυτήν τη βία. Ο Σπίριτου μίλησε στον Μαύρο Στρατό, εκατοντάδες φορές, μα κανείς τους δεν τον κατάλαβε. Είχαν πιει απ΄ το άπατο κύπελο της έκστασης του πολέμου. Κι είχαν ξεχάσει τα λογικά τους σπίτι τους. Ακολουθήσαν τον Σπίριτου σπίτι του, στο πεδίο της μάχης, πιστεύοντας πως και το δικό τους πεπρωμένο ήταν η δόξα κι η τιμή των όπλων. Μα για λίγους μόνο ήταν ο θάνατος η τελική πράξη του δράματος της ζωής τους όπως για τον Σπίριτου. Οι περισσότεροι πεθάναν όπως ψοφά το κοπάδι, χωρίς να έχουν ζήσει τη δική τους ζωή, χαμένοι σ΄ ένα ξένο όνειρο, κοιμισμένοι σ΄ αλλουνού τον ύπνο, παρασυρμένοι από παράξενα ρεύματα σε άγνωστες ακτές. Χαθήκαν σε μακρυνές πατρίδες και θαφτήκαν σε ξένα χώματα, τραγικά, νέα παιδιά στοιβαγμένα σε ομαδικούς τάφους με τον Μαύρο Εφιάλτη να κοιτά, σκοτεινός και συννεφιασμένος καθώς με φτυάρια τους παραχώνανε και τύμβους υψώνανε, οργισμένος αλλά ανίκανος να σταματήσει την άσκοπη θυσία, ανίκανος να τους μιλήσει χωρίς να τους σπρώξει στον ξέφρενο παροξυσμό που τους προκαλούσε η φωνή του. Μα δεν ήταν λάθος δικό του. Διψούσαν για την έμπνευση που τους έφερε. Στριφογυρνούσαν στον ύπνο τους και παρακαλούσαν να έρθει κάποιος, κάτι, και να ταρακουνήσει τον κόσμο τους. Να τους πάρει μακρυά από την στυφή καθημερινότητα και να τους ξαναδώσει τη γλυκιά ζέστη της πηγαίας μαγείας που ένοιωθαν μόνο στα όνειρά τους. Κι ας χάνονταν για πάντα. Ποιός ξέρει; Μπορεί και να μην το μετανοιώσαν ποτέ.

Ο Σπίριτου ποτέ δεν απολογήθηκε. Ο Σπίριτου ποτέ δεν κλαψούρισε. Ποτέ δεν φοβήθηκε να σφάλλει. Ποτέ του δεν στραβοπάτησε. Ο Σπίριτου ποτέ δεν έδωσε αξία στον εαυτό του. Ο Σπίριτου αφοσιώθηκε στο σκοπό του. Αγάπησε τον εαυτό του, όπως το ζεστό νερό αγαπάει τον πάγο. Έτσι ο Σπίριτου έγινε μεγαλύτερος από τον εαυτό του κι ο στόχος του έγινε μεγαλύτερος από τον Σπίριτου. Ο στόχος του έγινε μεγάλος κι ο Σπίριτου μεγαλύτερος που τον σκόπευσε και τον πέτυχε. Ο Σπίριτου όρμησε μαινόμενος στον κόσμο με μόνο στόχο να τον κάνει κομμάτια. Κι ακόμη κι όταν τον γκρέμισε, όταν τον ξεπάτωσε συθέμελα, ήξερε πως τίποτα δεν είχε πετύχει. Πέθανε αδιάφορος για τα επιτεύγματά του, θαυμάζοντας μόνο τη δύναμη που τα πέτυχε. "Το πνεύμα είναι απέραντο. Μες το Χωρίς Τέλος, η πράξη μου έχει ήδη συντελεστεί. Η πράξη μου έχει ήδη αποτύχει. Η πράξη μου ποτέ δεν υπήρξε." Έτσι τραγούδαγε, για κάθε του νίκη. Έτσι παρωδούσε τις σημασίες. Έτσι αφόδευε το αφόρητο βάρος του μεγαλείου.

Μα πρέπει επιτέλους να γυρίσω στα γεγονότα και να γράψω την ιστορία που εγώ για πρώτη φορά καταγράφω. Ο Σπίριτου άλλαξε τη μορφή του κόσμου με δύο τρόπους. Όντας αυτό που ήταν. Και κατακτώντας. Ο Σπίριτου ήταν ένα ον των μύθων και των παραμυθιών, κι έζησε, φανερά, αναντίρρητα, σε μια εποχή που οι μύθοι κρύβονταν στα σκοτάδια και τις προλήψεις, και στα οράματα και τα όνειρα των τρελλών και των αθώων. Ο Σπίριτου ξεπήδησε από τα όνειρα κι έφερε μαζί του τη μαγεία και σκόρπισε ξανά τη σκοτεινή ομορφιά της στον κόσμο. Την έκανε λάβαρο και την έκανε σημαία και την ύψωσε στις μητροπόλεις του κόσμου, ωστε κανείς να μην μπορεί να αρνηθεί την αλήθεια της. Είχε τη δύναμη να το κάνει και το ΄κανε.

Η σημαία του έμοιαζε μ΄ Ελληνική, αλλά ο σταυρός της και οι λωρίδες της ήταν μαύρες. Μαύρη σημαία σε άσπρο, κι όχι λευκή σε γαλάζιο. Αυτά ήταν τα χρώματα του κορμιού του: Μαύρο της Αβύσσου και άστρο της δύναμης. Μαύρο το σώμα του και άσπρα τα μάτια και το μέτωπό του. Άσπρα τα στίγματα και οι ταινίες, τα βέλη κι οι γραμμές της δύναμης στα μπράτσα και τους μηρους του, στα πόδια του και στα χέρια του, και στη βάση της πλάτης του. Αυτά ήταν τα χρώματά του κι αυτά κυμάτισαν στα λάβαρα που ύψωσε ο Μαύρος Στρατός καλπάζοντας πίσω απ΄τον πολέμαρχό του, αλλάζοντας τα σύνορα του κόσμου. Κι η ιστορία ας γράφει από σήμερα και για πάντα οτι ο Μαύρος Στρατός, ακολουθώντας τον Σπίριτου, τον Εφιάλτη Πολέμαρχο, κατέκτησε με τη δύναμη της ονειρικής μαγείας του, πρώτα την Ελλάδα, ύστερα τα Βαλκάνια, ύστερα, με τη σειρά, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Βρεττανία, την Σκανδιναυία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα κράτη της Σοβιετικής Ρωσσίας, ύστερα την Κίνα, την Ινδία, και την Ιαπωνία. Την Αυστραλία. Έπειτα τη Βόρειο Αμερική, που δεν αντιστάθηκε, γιατί οι άνθρωποι εκεί λυσσούσαν να καταταγούν στον στρατό του και να καταρρίψουν το οικοδόμημα της κοινωνίας τους, που μόνοι τους τόσο λαμπρό είχαν στήσει. Τη Λατινική Αμερική που αναγνώρισε στο πρόσωπό του αρχαίους Θεούς και είδε στον ερχομό του την εκπλήρωση προαιώνιων προφητειών. Και την Μαύρη Αφρική, που τον τίμησε με την συμμαχία της πριν καν αυτός την ζητήσει.

Κι έπειτα, ο Σπίριτου στράφηκε προς τους Άγιους Τόπους.

Μέχρι τότε, όλες του οι μάχες ήταν νικηφόρες. Ο Σπίριτου οδηγούσε, κι ο Μαύρος Στρατός ακολουθούσε τα βήματά του πολεμώντας. Ο Μαύρος Στρατός πολεμούσε με όπλα που είχαν φτιάξει προικισμένοι ονειρευτές οπλαρχηγοί απ΄ τις τάξεις του, και που όμοιά τους κανείς δεν είχε ξανακούσει: το Θορυβόλο και την Ηχιελπίδα. Ο Σπίριτου αδιαφορούσε γι΄ αυτούς και ορμούσε μπροστά, με τα ξύλινα ρόπαλά του στα χέρια του. Κι αν ήταν και μόνος του ακόμη, θα ΄χε πατήσει κάτω από τα γυμνά του πόδια τις εξουσίες των αρχηγών όλου του κόσμου. Ή θα πέθαινε προσπαθώντας, ευγνωμονόντας το πνεύμα του που του χάρισε τέτοιο μεγάλο όραμα. Μα όλη η ισχυρή πολεμική δύναμη του πολυεθνικού Μαύρου Στρατού, δεν καθυστέρησε τον αδυσώπητο θάνατό του. Μόνο παρέσυρε στο πέρασμά της πολύ περισσότερα απ΄ ό,τι αν είχε έρθει γι΄αυτόν ο θάνατος με την μορφή ενός λάθους βήματος στον επικίνδυνο πολεμικό του χόρό, αν είχει έρθει με τη μορφή μιας σφαίρας όταν για πρώτη φορά ρίχτηκε με τη φλεγόμενη μαύρη μηχανή του στις διμοιρίες των φρουρών της τάξης, στην Αθήνα, ένα βράδυ που φωτιές καίγαν και λυσσασμένοι ονειροπόλοι έστηναν οδοφράγματα προσπαθώντας να κάνουν εκείνη την πόλη όπως ήταν στα υπέροχα όνειρά τους. Γιατί όλη του η ορμή είχε μια κατεύθυνση, τον θάνατό του. Όλος ο αγώνας του δόθηκε ενάντια σ΄έναν εναξάντλητο δρομέα: το θάνατο. Κι ο Σπίριτου ποτέ του δεν είχε καμμιά ελπίδα να του ξεφύγει. Γιατί δεν έτρεχαν, αυτός κι Εκείνος, δίπλα δίπλα, από κοινή αφετηρία προς κοινό τερματισμό. Έτρεχαν στην ίδια μόνη ευθεία, ο ένας προς τον άλλο. Κι η Δύναμη μες τον Σπίριτου, η ορμή της μανίας μεγάλη του, φάνηκε σ΄αυτό: οτι αγκάλιασε τον εχθρό του πιο κοντά στην δική Του παρά στην δική του αφετηρία. Πριν ο Θάνατος προλάβει λίγα βήματα να τον πλησιάσει, ο Σπίριτου μαινόμενος είχε διασχίσει με άλματα γίγαντα την απόσταση που τους χώριζε. "Σ¨αυτόν τον αγώνα, ήσουν νικητής" Έτσι μίλησε ο θάνατος του Σπίριτου, μετά το τέλος του.

Κι ο Θάνατος του Σπίριτου, ήταν ο Χασάν.

Έγινε μπροστά μου. Αν κι είμαι άνθρωπος, όταν ονειρεύομαι, το πνεύμα μου γίνεται η Ανάμνηση. Και σ΄όλες τις εποχές που ζω, όταν με ξεπερνάει, περιπλανιέται στον κόσμο και βλέπει, κι ακούει, και νοιώθει και καταγράφει. Φυλακισμένος στην καθημερινή μου αδυναμία, στην ηλίθια γήινη ύπαρξή μου, σαν τρελλός μουσικός χτισμένος σε βαθύ μπουντρούμι, σαν αγνή κι αγάμητη παρθένα σε ψηλό πύργο, ή σαν τυφλός αστρολόγος σε ερειπωμένο αστεροσκοπείο, ποτέ μου δεν συμμετέχω σε όσα γνωρίζει το πνεύμα μου. Μα για πάντα τα φυλάω και ακόμη περισσότερο τα θαυμάζω. Και την τελευταία μάχη του Σπίριτου στον κόσμο, ακόμη περισσότερο απ΄ όλα. Ναι λοιπόν, είναι αλήθεια. Οι Μαύροι Κύκνοι Πεθαίνουν Ουρλιάζοντας. Έγινε μπροστά μου. Κι από τότε, για πάντα θα ξαναγίνεται μέσα μου.

Αλλά πως να μιλήσω για τις φωτιές και τις εκρήξεις; Γράφω για τα καταστροφικά ουρλιαχτά των Θορυβόλων που βίαζαν τον αέρα της ερήμου, όταν ο Σπίριτου κι ο Μαύρος Στρατός του άπλωσαν τα χέρια τους ν΄ αρπάξουν την Ανατολή. Και ξέρω πως μόνο όσοι τα ακούσαν να τραγουδάνε, να τραγουδάνε όσο κανένα άλλο ανθρώπινο όπλο, θ΄ανατριχιάσουν και θα ριγήσουν όπως εγώ. Θυμάμαι τον βρυχηθμό των μηχανών, και τις λάμψεις που δεν αφήναν την νύχτα να κρύψει τους άγγελους που οδηγούσαν τις ψυχές των νεκρών στις χρυσαφένιες ουράνιες πύλες. Το κατακλυσμό των βλημάτων, και το αίμα που έφτασε για να ξυπνήσει τα μητρικά ένστικτα της στειρωμένης άμμου, και να κάνει λουλούδια από ατσάλι και χλόη από κρύσταλλο να φυτρώσουν στους αμμόλοφους. Αγροί βογγητών είχαν σπαρθεί με μισοπεθαμένους στρατιώτες, κι οι λίγοι άμαχοι, τρελλαμένοι από τη φρίκη, περπατούσαν κλαίγοντας ανάμεσά τους, αψηφώντας τον κίνδυνο, για να τους στερήσουν σπλαχνικά τον πόνο. Τα συντρίμμια των μηχανών και τα ερείπια των κτισμάτων έπεφταν ασταμάτητα σαν φονική βροχή, και γέμιζαν τους κρατήρες που έχασκαν.

Ο Μαύρος Στρατός, υπερίσχυε; Ακόμη δεν ξέρω. Κι ακόμη είναι νωρίς, τέσσερα χρόνια μετά, για να πει κανείς τί θα συμβεί τελικά, και τι θ΄ απογίνει η Κοσμοκρατορία του. Κι έτσι ήταν και τότε, όταν ο Σπίριτου συνάντησε τον Χασάν στο πεδίο της μάχης.

Ο θάνατος παρουσιάστηκε στον Σπίριτου με τη μορφή ενός σεβαστού εχθρού. Αλλοιώς δεν γινόταν να γίνει. Αλλοιώτικα δεν θά ΄χε γίνει. Ούτε ο Σπίριτου θα δεχόταν, ούτε ο θάνατος θα το άφηνε. Για τον Εφιάλτη Πολέμαρχο, ο Παμφάγος φόρεσε τα καλά του. Στόλισε την ψυχρή εξουσία του με το κορμί ενός θρυλικού πολεμιστή. Πήρε τη μορφή ενός αρχαίου αρχηγού, ενός ξακουστού πολέμαρχου, του Χασάν, που όλοι τρέμαν μπροστά του ακόμη κι εκείνη τη μέρα, που ανήκε σε μια εποχή όπου όλοι τον είχαν ξεχάσει. Μα ήταν ζωντανός ακόμη. Κρυμμένος από τα μάτια της ιστορίας, χαμένος στους ψίθυρους των θρύλων. Όμως τον κάλεσε να φανερωθεί το πεπρωμένο. Και ποιός ήταν ακόμη κι ο Χασάν ας Σαμπάχ για να το παρακούσει;

Συνάντησε τον Σπίριτου καλπάζοντας, στη ράχη ενός αλόγου με αίμα καθαρό σαν το φως του ήλιου. Αυτός ήταν ο θάνατος. Τέτοιον δρομέα είχε ξεπεράσει ο Σπίριτου σε ταχύτητα. Όταν η σκόνη που σήκωναν οι οπλές του κατάκατσε, ο Χασάν ξεπέζεψε, τίναξε μακρυά του τον μανδύα που φόραγε, και γύμνωσε το αστρόφτερό του γιαταγάνι. "Ο Συναγωνιστής σου είναι μέσα μου, Πνεύμα Μαύρο" είπε κι αυτό σημαίνει πως ήταν τέτοιος άντρας, που είχε γνωρίσει τη δύναμη που κινούσε το σώμα του, κι ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να την κρύψει πίσω απ΄το προσωπείο του εγωισμού του. Ύστερα, "Θα σε πολεμήσει Εκείνος, με το δικό μου χέρι. Καλή σου τύχη." Και λύνοντας τον κεφαλόδεσμό του, άφησε τα λευκά του μαλλιά να χυθούν στους ώμους του, σε κάποια παλιά, ξεχασμένη χειρονομία σεβασμού φορτωμένη με μυστικούς συμβολισμούς του απόκρυφου τάγματός του.

Ο Σπίριτου, είχε από ώρα σταματήσει να πολεμάει. Κοίταζε το σύννεφο της σκόνης που σήκωνε ο καλπασμός του Χασάν, και γευόταν το συναίσθημα του θριάμβου που ανάβλυζε από την περήφανη καρδιά του. "Έρχεται.", τον είδα να ψιθυρίζει. Και στο χρόνο που τού ΄μενε μέχρι να τον φτάσει, έδωσε τη ζώνη με τους κόπανούς του σ΄έναν συμπολεμιστή του, μαζί με τα κλειδιά της Εφιαλτικής Μηχανής του, και είπε τα λόγια που φύλαγε μέσα του, τελευταία, για να μη δώσει καιρό στο χρόνο να του βάλει άλλα στο στόμα του και να καθυστερήσει το μέλλον.

- Είμαι Ελεύθερος και Για Πάντα Ονειρεύομαι! Δόξα!

Έτσι, όταν ο Χασάν, με μάτια που έκαιγαν από δέος και περηφάνεια για την τιμή που του γινόταν, σήκωσε το όπλο του κι έπιασε τον ήλιο του μεσημεριού, ο Σπίριτου δέχτηκε την πρόκληση μόνο με την πολεμική του ιαχή: τον μανιακό ολολυγμό που ΄χε ξεσηκώσει τα μελανά κύματα που πολέμησαν και κατακτήσαν τον κόσμο.

Στον ναό του θεού του πολέμου, ανάμεσα στα τσακισμένα κορμιά των πιστών του και των θυσιαστών τους, χόρεψαν τον άπειρο χορό τους. Μόνο πολεμιστές σαν αυτούς θα μπορούσαν να τον έχουν χορέψει έτσι. Γιατί είναι στ΄ αλήθεια άπειρος, συνεχίζεται για πάντα και κάθε μονομάχος τον ακολουθεί για λίγο, όταν μπαίνει μόνο στη μάχη. Και γι΄αυτό είναι αδύνατο να τον χορέψει κανείς ή να τον γνωρίσει, ολόκληρο. Και νικητής είναι πάντα εκείνος που καταφέρνει να τον ακολουθήσει για τον περισσότερο χρόνο και με τη μεγαλύτερη ακρίβεια. Οι σπαθισμοί κι οι ελιγμοί τους, οι επιθέσεις κι οι άμυνές τους, αυτά ήταν τα βήματά του, που ποτέ δεν επαναλαμβάνονται. Ο ρυθμός του, η τέχνη στα όπλα των δύο αντρών, που πότε ο ένας και πότε ο άλλος υπερίσχυε. Χόρευαν στη μελωδία της εκστατικής τους μανίας. Στριφογύριζαν, στροβιλίζονταν, σπαθίζαν κι απέφευγαν.

Μέχρι που ο Χασάν, πήρε το κεφάλι του Σπίριτου. Το αίμα που ανέβλυσε ήταν φτιαγμένο από φως, και σε όλους φανερώθηκε αυτό που κρύβει μέσα του το σκοτάδι. Το σώμα του, ακέφαλο, άνοιξε και ύψωσε τα χέρια του σε λατρεία, Λατρεία, ΛΑΤΡΕΙΑ, κι έπεσε στην άμμο κι έγινε ίσκιος. Ο ίσκιος του στο φως που πήγαζε από μέσα του. Η σκιά του απλώθηκε κι έγινε λίμνη, και το κομμένο κεφάλι του, ουρλιάζοντας μια κραυγή από αστραπές και χρυσή φωτιά, έπεσε και βυθίστηκε μέσα της. Και η όψη του χάθηκε, κι έμεινε μόνο το άσπρο σαν άστρο το φως των ματιών του και του μετώπου του. Είχε το σχήμα πλατιού χαμόγελου κι έμοιαζε μ΄ ημισέληνο. Ανάμεσα στα καρφωμένα στην άμμο λάβαρα και τις σημαίες μαύρες, έγινε φως κι έγινε λάμψη. Κι έγινε μια στήλη λευκού φωτός, που τρύπησε τον ουρανό και τινάχτηκε στο διάστημα. Η μαύρη λίμνη του ίσκου του στέρεψε και χάθηκε σαν να είχε απορροφηθεί μες τη στήλη του φωτός των ματιών του. Η στήλη κι εκείνη, χάθηκε από τα μάτια του κόσμου. Ο Σπίριτου έγινε το χέρι που κράτησε το τόξο που τέντωσε η χορδή που τόξεψε το βέλος. Ο Σπίριτου, έγινε το Βέλος. "Ωπάν Βέλω" είχε πει. Πως ήθελε τα Ω! Τα Πάντα! σαν βέλος το στόχο του. Ο Σπίριτου πέθανε. Ο Σπίριτου βρήκε το στόχο του. Ο Σπίριτου άγγιξε, ο Σπίριτου κράτησε, ο Σπίριτου αγκάλιασε, ο Σπίριτου φώτισε, ο Σπίριτου έγινε τα Πάντα.

Ο Σπίριτου, Πέθανε για Πάντα.

Πέμπτη, 05 Φεβρουαρίου 2009

How Net invented the Works (σύντομο διήγημα, με λίγες σημειώσεις)

(Ένα κομμάτι που έγραψα για τον κόσμο που φτιάχνω, την Μεγάλη Πόλη: The Big City. Η Πόλη είναι μια steampunk αρχολογία που έχει καλύψει όλη την επιφάνεια του πλανήτη της και κατοικείται από τις φυλές του fantasy -εκτός από elves που μου τη σπάνε, και θα ψοφούσανε από έλλειψη φυσικού περιβάλλοντος έτσι κι αλλοιώς-. Αυτές τις μέρες τη χρησιμοποιώ για setting του home-brew pen-and-paper roleplaying game μου. Στις ιστορίες μου δεν έχει μαγεία, κι όλα γίνονται με προχωρημένη αναλογική επιστήμη, ά-λα- Charles Babbage και τα συναφή. Για το παιχνίδι όμως πρόσθεσα και λίγο από runic magic, γιατί rpg χωρίς μαγεία δε στέκει, δυστυχώς. Τη βαριέμαι τη μαγεία, προτιμάω πάντα την προχωρημένη επιστήμη... ή τα ανεξερεύνητα κομμάτια της ξεπερασμένης επιστήμης.)

Net was a goblin who was mad at being dumbest than all the other races when it came to arithmetics. He knew goblins weren't really dumb-dumb, they just were bad at adding numbers up and doing all the other dreadful things to them that everybody else found it so easy to do.

He knew that for a fact. He was also sure that although they were bad with numbers, goblins were just as good as anybody else with the ideas behind them- that numbers were only the second step down a road starting with a plan that explained what happenned when something got put together with something else a few times over. He knew that goblins could see that plan in their minds just as clearly as anybody else- otherwise, their minds wouldn't work at all, because what else did minds do when they worked if not put things together?

He even suspected that goblins were so much worse than anybody else at working with numbers because they were actually much better at seeing this plan in their heads. So he sat down and came up with a drawing of the plan and carved it on a flat slab of stone with pointy bits of harder stone. And he called it the Table, because that's what the stone looked like, a table.

The other goblins called it the works, because it had it all. Adding, adding backwards, adding many times and adding many times backwards. It would even work on the broken numbers - the ones whose bits had split off and fallen to that weird place where the broken number bits lived. Goblins had particular trouble getting their heads around broken numbers, let alone working arithmetics with them. You had to keep track of the broken bits at the same time you were trying to add everything up - it was very distracting. But Net's Table, it had the works. It could take the broken numbers and add them up to full or broken numbers, it didn't matter. And no broken bits were left out of it- they all got dragged around behind the adding up, while the adding up was going on. It worked so well that Net soon became a hero to the goblins and his name was heard far and wide, in the Rituals of all the tribes. And they came from all over to see Net working the Table.

How it worked, was this.

Net would sit next to the table, with a bunch of couloured stones in his hands. Then someone would come forward and ask a question that needed an answer in numbers. How many days 'till the next half-Serious? How many nights will Sorry be full this month? This year, the winter lasted a whole four months, now how far up the slope of Perilous do we have to plant our crops so that when Peril floods it doesn't swamp them? Things like that.

Net would think about the problem for a while, and then start putting his coloured stones on the Table. The Table was carved up in squares, with a line of circles separating a few rows on one side. Net would place a few stones of one colour on the squares this side of the row of circles, then add a few stones of different colours next to each of the others. Then he'd take his special white stones and put them first on a circle or two. Next he 'd start counting squares with his finger, in some complicated way. For example, he would be starting from the top left and going three down, then one right, then two up, then three down, then one left, then two up, then three down, one right, three up and so on.

If he finished counting when his finger was on one of the coloured stones, he moved some of the white stones onto different circles, then started counting again. Sometimes, he would also move the coloured stones on different squares, or take them off the Table altogether. When that happenned, the way he counted would also change. When the counting stopped next to a circle with a white stone on it, he took that stone and placed it on one of the squares on the separate rows, the ones on the other side of the circle line. And then he started counting all over again.

All the while he was doing that, he'd sing-song half-under his breath the moves he made, like "one left, two right, no end, again, add one, two left, three right, no end, again, add one, four left, hit the edge, stop, move to the other edge, four left, three right, no end, again", and so forth. That's how he kept his mind on the way he had to work the table to solve the problem he was working on. He had lots of ways prepared to answer a lot of questions and there were lots of problems for which he needed to work the Table in many different ways to solve them.

Often, when the problem was especially hard, or when he hadn't solved many of that kind for a while, he would be taking notes on a clay tablet next to him, which he transfered to parchment or bark paper after the problem was solved. He had a whole bag full of those and he pulled them out and read through them when he got stuck. But he never was stuck for long.

Eventually, he would have moved all the white stones from the circles and put them on squares on the separate side. And that was it. After that he would study the positions of the white stones, then look up and go "that 'll be five days, this month" or "you need to take sixteen Pots of water with you" or something like that.

In a few years time, there wasn't a goblin left who didn't know of Net and his Table. Once a few of the younger ones realised how it worked, the knowledge was spread around through the Ritual and soon every goblin knew how to make and use a Table. In every tribe's village, you could always see a few goblins sitting hunched around one, talking about what way to use to solve this or the other problem. Soon, they started making their own versions of the Table, adapted to the problems they most needed to solve, with different numbers of squares and circles, some adding triangles and stars and other shapes, and using more or less colours or a single colour.

After that, Net didn't receive as many visitors as before- at least not ones that needed him to solve a problem for them. Rather, he got visitors, from all over the gobling world, who wanted to share their problem notes with him and ask him how he had gone about cracking this or that particular tough nut in the first days. By then Net had read all his notes in a week-long series of Rituals, so that any goblin who needed them could get hold of them without having to travel to his village. Still, a lot of the Table-using goblins regarded him as a great hero and wanted to meet him and talk with him. He was their teacher, after all.

It didn't take too long for the other races to get wind of something big happening among the goblins. The dwarfs came first.

Looking grim and disdainful, sniffing haugtily and looking down their beards at the little wispy goblin's rock table, a delegation of master engineers started giving him problems to solve. Just a few answers later, they were all down on their knees in the dirt, pointing at the table, stepping on each other's beards, yelling excitedly at each other, pulling at their moustaches and waving their hands around in fascination.

It took a few days for Net to explain the Table's Works to them. He was right after all: the other races were bad at thinking before the numbers. The dwarfs proved to be the best, but even they were slow, compared to the goblins. Those master engineers were among the very best dwarfs for doing things to numbers, but still it had taken even the oldest among them twice as long to get it, as the young goblins.

When the dwarfs where leaving, the eldest clasped Net's forearm in a grateful handshake and embraced him. He told him "you have given the world a great gift and we are for ever in your debt." "All I did" Net replied "was prove that adding numbers is for dummies. Even a big flat rock can do it". The old dwarf nodded sagely and the delegation of master engineers left repeating Net's words to each other.

At last, Net was satisfied: nobody would call the goblins a dumb race again.

And they didn't. Well, not in so many words. What happened was that people would no more say to each other "goblins are dumb, they can't even add two and two together". Instead, they turned his words around and said "adding is for dummies, even a goblin can do it". Because that's how people are. If there is something mean to say, you can be sure they will find it. Still, nobody missed the point: a goblin had shown the world how using numbers really worked- and how to do it without actually using numbers in the first place. Which, everybody agreed, was a very goblin-like thing to do.

As about the dwarfs, they took the Table to their cities and worked on it night and day, until they came up with the first mechanical version, a big table made of brass and wood, operated by levers and turnkeys, and powered by voltage and steam. They called it Net's Works- just in case anyone got any bright ideas and accused them of stealing other people's inventions (since time immemorial, the most hineous crime to the dwarfs). And the name stuck of course. And the rest is history.

Today the Network is everywhere. The City is big as the world- and the Network is as big as the City. In fact some say, it is bigger still. You see, what the Network really is is a place to hold numbers and if you know enough about numbers, you can make small numbers hold bigger numbers. And that is very convenient, since you never have to run out of space to hold numbers in. It also means that the Network is really bigger on the inside than it looks on the outside. Which makes it bigger than the City, and therefore, the world.

And it is infested with goblins.


(Επειδή όταν έγραψα την ιστοριούλα μου ήξερα οτι δεν υπήρχε περίπτωση αργότερα να θυμάμαι τί διάλο σκεφτόμουνα όταν την έγραφα, κράτησα και τις εξής σημειώσεις -που θα βοηθήσει νά ξέρετε κάποια πράγματα για τις μηχανές Τιουρινγκ για να τις καταλάβετε- :)

[The Table is a Turing - equivalent abacus. Depending on which square they are in, the coloured stones represent numbers and the white stones, states. The coloured stones' positions are used to indicate where the current operation must halt. Then, the white stones are moved to indicate a new state. The new state might trigger a new operation, and then the coloured stones might need to be moved, to halt the new operation at the correct point. When the counting reaches its end next to a white stone, the current state has found one position in the result of the calculation, so the remaining calculation can ignore this position and operate on the remaining ones. So the white stone is moved to the separate sub-table, to mark the value of the found position. Then the calculation resumes. The sing-songed Notes are the sets of nstructions, that drive the operation of the Table.

In particular:

Turing Tape, or external storage medium of the machine: The positions on the Table grid of coloured-coded stones, which store the values of numbers to be used in a computation are equivalent to the alphabet of symbols and blanks of a Turing machine. The operations (the counting) on the Table can wrap around it when they reach an edge, so an operation can theoretically extend to infinity (given enough time, that is).

//The coloured stones on the grid are interpreted like the coloured beads on the wires of an abacus. Different colours mean different values in the number system, different squares mean different quantities, so a blue stone in square row3, column4 means 3 ones, 4 tens, while a yellow stone means 3 twos, 4 tens, a blue stone with a yellow one next to it means 3.2 ones, 4 tens. and a green stone in front of a blue stone means 10 tens, 3 ones. Goblins count in decimal principally- they do have ten fingers. //

Turing Head, which can read and write symbols on the Tape: This is the less Turing-like characteristic of the Table. The coloured stones marking values, are used to halt each operation. In Turing machines, the blank symbol is used to halt the operation and the symbols on the tape might be changed with each operation. The coloured stones on the Table are moved only when the state of the Table triggers a new operation. So the "Head" does not write new symbols- only reads them. The Head, by the way, is the operator of the Table.

I think this means that the Table's program is actually self-modifying.

Turing Table of instructions: that's Net's and everybody else's Notes for working the Table. They contain instructions such as "If you have a white stone in each of the circles: first from top, third from top, sixth from top, then count in the following way. One down from the starting square, then two right, then move the starting square one left, then count again adding one square to each direction, then move the starting square one left again, wrapping around if you need to . If the counting stops at a coloured stone, change the white stones in this way: move the first white stone from the top that hasn't been moved in a previous count, to the next circle from the top, wrapping around if you reach the end of the circle line. If the counting stops next to a white stone, move the white stone on the separate squares so that it marks the value in the square that was last reached by the end of the last operation to move a white stone on the circle line." Simple, right?

It is implied that these operations will eventually lead to an accurate solution to a problem. Furthermore, these operations will have the same results over any number of repetitions and those results will be predictable. For example, a compuation of a+b will reach the solution c, after a number of repetitions of a specific counting method. As long as the counting method remains the same, the number of repetitions will always be the same for any two given values of a and b and for these two values, it will always return the same value of c.

In short, it's like counting on your fingers, if you had a lot of fingers.

Turing State Register. This is also included in the Notes Net and the others compile.]

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Δεν Έχεις Δικαίωμα Καστανά
Να Μην Έχεις Δει Και Ωμά
Κάστανα

L' histoire uncroyable de Tintin et Tintine

(transformation/ forced feminisation fanfiction pr0n)

Πότε τον ερωτεύτηκε; Σε κάποια ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής, όταν τους κρατούσαν αιχμάλωτους οι τελευταίοι απόγονοι των Ίνκας; Στο Μαρόκο, όταν τον παρακολουθούσε να πολεμάει το μεγάλο της ζωής του πάθος; Όταν τον είδε να παίζει σαν παιδί στο ξένο τοπίο της Σελήνης, κάτω από το γαλάζιο φέγγος του γήινου δίσκου;



Το παραδέχτηκε στο Θιβέτ, σκαρφαλώνοντας τα Ιμαλάια. Όταν κινδύνεψαν να σκοτωθούν κι οι δύο, θα είχε θυσιαστεί για να τον σώσει, αν μόνο δεν ήταν τόσο αδέξιος, που του έφυγε ο σουγιάς απ' τα χέρια, πριν κόψει το σκοινί που τους τραβούσε μαζί στην άβυσσο.



Θα προτιμούσε να είχε τσακιστεί στα βράχια, παρά να του μιλήσει για ό,τι ένοιωθε. Αναζήτησε παρηγοριά, πρώτα σε κακόφημα καταγώγια και φτηνές αγκαλιές. Έπειτα στη φαντασία του- στη φαντασία του, ήταν όπως θα τον ήθελε εκείνος, ανήκε σ' εκείνον, και ζούσαν ευτυχισμένοι στο ανάκτορο του Μουλενζάρ.



Μια μέρα, το όνειρο κι η πραγματικότηα μπλεχτήκαν και δεν μπόρεσε να τα ξαναξεμπλέξει. Μπήκε αλήθεια στο δωμάτιο, εκείνος, και είδε τί είχε κάνει για χάρη του; Ήταν αλήθεια το άγγιγμα των χεριών του, η βαρειά του ανάσα στα λεπτό στέρνο με τα παιδικά στήθη; Ζήσαν αλήθεια ευτυχισμένοι στο ανάκτορο του Μουλενζάρ; Κι ήταν αλήθεια δική του, όπως την ήθελε εκείνος;







Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Ο Χρυσός Πατέρας (σύντομο διήγημα)

(Μια ιδέα που γυρνάει στο κεφάλι μου κάτι χρόνια τώρα- κάποια στιγμή ήθελα να την μεγαλώσω λίγο, αλλά πάντα βαριέμαι. Έγραψα αυτό για την ώρα, κι αργότερα βλέπουμε.)

Έκατσα κάτω από την αρχαία ελιά, κι ακούμπησα την πλάτη μου στον κορμό της. Βολεύτηκα με λίγο ζόρι κι έκατσα να κοιτάζω την νύχτα που έπεφτε στον κάμπο. Είχε δροσιά, Ιούλιο μήνα και φόραγα το στρατιωτικό μου. Άκουγα τους γκιώνηδες και τα τριζόνια και τίποτα άλλο.

Είδα τον χωριάτη απο μακρυά, πλησίαζε χωρίς να βιάζεται, πάνω στο γάιδαρό του. Καμμιά δεκαριά μέτρα πριν φτάσει στην ελιά, οι οπλές του ζώου χτυπήσανε στο πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε στο δέντρο. Έφτασε κοντά μου, κατέβηκε απ' το γάιδαρο και μου είπε καλησπέρα, έπειτα, για κάνα πεντάλεπτο προσπαθούσε ν' ανάψει το καντήλι στο εικονοστάσι που είχε αγκαλιάσε μεγαλώνοντας ο κορμός του δέντρου. Σηκώθηκα να τον βοηθήσω. Είχε σπίρτα κι η υγρασία δεν τα άφηνε ν' ανάψουνε. Έβγαλα τον αναπτήρα μου και με τα πολλά τα καταφέραμε ν' ανάψουμε το καντήλι. Φώτισε μια εικόνα μ' έναν άγιο- ο Άγιος Σαμουήλ, μου είπε ο χωριάτης. Έβγαλε το κινητό του και πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του, της είπε που είναι και τί κάνει, τσακωθήκανε λίγο και μετά από μερικά "ε;" και "δέ σ' ακούω" είπανε καληνύχτα και κλείσανε.

Έβγαλε τσιγάρο. "Σε πειράζει..." Του άναψα με τον αναπτήρα και του έκανα κι ένα τράκα, τα δικά μου είχανε τελειώσει.

"Από 'δω γύρω είσαι"; με ρώτησε.

"Από την Αθήνα".

"Α, κι ήρθες για την ελιά, ε;" Έγνεψα οτι ναι και ψιλογέλασε. "Ετούτο το δέντρο είναι του θεού, δεν είναι του διαβόλου" μου είπε. Μετά, επειδή με είδε που τον κοιτούσα χωρίς να καταλαβαίνω, εξήγησε "Εσείς που 'ρχεστε εδώ πέρα είστε παγανιστές, ψάχνετε να δείτε ξωτικά και νεράιδες και να μιλήσετε με τα πνεύματα. Δεν υπάρχουν όμως τέτοια πράγματα εδώ, αυτό το δέντρο είναι ιερό, έχει το εικόνισμα μέσα και ανάβουμε το καντήλι κάθε βράδυ. Δαιμόνια και διαβόλοι το βάζουνε στα πόδια, τους καίει το φύλλωμά του. 'Αμα πέσει ο ίσκιος του πάνω τους, σκάνε και πάνε πίσω στην κόλαση."

Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. "Δεν ψάχνω ξωτικά και πνευματα εγώ" του είπα.

"Και τί ψάχνεις;"

"Ήρθα να βρω τον πατέρα μου."


Στεκόμουνα με την πλάτη ακουμπισμένη στην αρχαία ελιά κι έβλεπα τη νύχτα να πνίγει τον κάμπο. Πίσω μου άκουγα το καντήλι απ' το εικονοστάσι του Αγίου Σαμουήλ, να τσιτσιρίζει. Άκουγα τους γκιώνηδες και τα τριζόνια και την ανάσα του γαϊδάρου και τίποτ' άλλο. Τίποτ' άλλο. Ο χωρικός δεν μιλούσε, δεν λαλούσε, με κοιτούσε με την άκρη του ματιού του και κάπνιζε αργά το τσιγάρο του.

"Όλες οι αρχαίες ιστορίες, ακόμη κι η Βίβλος, μιλάνε για τους πρώτους ανθρώπους που ζήσανε στη γη. Κι αυτό που λένε όλες, γι' αυτούς, είναι οτι ήταν αθάνατοι- δεν πεθαίναν ποτέ. Μέχρι που κάτι συνέβη και χάσανε την αθανασία. Στην Ελληνική μυθολογία οι άνθρωποι της Χρυσής Εποχής ήταν αθάνατοι, αλλά τα παιδιά τους, οι άνθρωποι της Αργυρής Εποχής, ήταν θνητά. Ζούσανε πολλά χρόνια και δεν αρρωσταίνανε ποτέ, κάποια στιγμή όμως πεθαίνανε. Τα παιδιά τους, οι άνθρωποι της Εποχής του Σιδήρου, αρρωσταίνανε και πεθαίνανε όπως εμείς. Κι από 'κει και πέρα, όλες οι διαδοχικές γενιές των ανθρώπων γνωρίσανε το θάνατο, την ασθένεια, τον πόνο και την συμφορά, όπως τα γνωρίζουμε κι εμείς σήμερα. Οι Χρυσοί Άνθρωποι όμως, δεν γίνανε ποτέ θνητοί. Δεν πεθάνανε ποτέ. Άν οι αρχαίες ιστορίες ήταν αληθινές, οι Χρυσοί Άνθρωποι θα πρέπει να ζουν ακόμα. Αν είναι αθάνατοι, αν δεν γίνει κάτι για να σκοτωθούνε, θα είναι ακόμα ζωντανοί."

"Μύθοι και παραμύθια!" ο χωρικός κάγχασε και τινάχτηκα ξαφνιασμένος. "Κανείς δεν ζει για πάντα".

"Ίσως όχι, ποιός το ξέρει; Αν όμως δεν έχεις το σπόρο του θανάτου μέσα σου, όπως τον έχουμε εγώ κι εσύ, μπορεί να ζήσεις χίλια χρόνια, σαράντα χιλιάδες χρόνια, εκατό χιλιάδες χρόνια. Μπορεί να ζήσεις αρκετά για να δεις το τέλος του ανθρώπου, και να θυμάσαι ακόμα την αρχή του. Κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσει ένα πλάσμα που δεν χρειάζεται να πεθάνει ποτέ".

Ο χωρικός κατέβασε το κεφάλι. "Οι ανθρώποι πεθαίνουνε για να κάνουνε χώρο στα παιδιά τους" μουρμούρισε.

"Ίσως οι Χρυσοί Άνθρωποι να μην κάνανε πολλά παιδιά. Δεν θα υπήρχαν και πολλοί, τότε, στην αρχή του χρόνου. Μπορεί να είχαν αρκετό χώρο για να ζήσουνε μαζί, κι αυτοί και τα παιδιά τους."

"Τα παιδιά τους όμως πεθάνανε." είπε ο χωρικός. Τό 'πε με βαρειά φωνή, και γεμάτη πίκρα, σαν να είχανε πεθάνει τα δικά του παιδιά. Και γύρισε και με κοίταξε με μάτια αρχαία, αθάνατα, χιλίων χρόνων μάτια. Με κοίταξε με τα μάτια ενός πατέρα που είχε δεί χίλιες γενιές από τα παιδιά του να πεθαίνουνε, για να κάνουνε χώρο στα παιδιά τους, ενώ εκείνος έμενε ζωντανός και δεν έπαιρνε τη θέση του κανένας.


Πεσμένος στα γόνατα, μπροστά στο θρόνο του χιλιόχρονου πλάσματος, του Χρυσού Πατέρα- του πατέρα μου, προσπαθούσα να του μιλήσω, ν' απλώσω το χέρι μου ν' αγγίξω το γόνατό του. Καθόταν βουβός στο πέτρινο κάθισμά του και με κοιτούσε με μάτια σκοτεινά να λαχανιάζω, να πνίγομαι και να σπαράζω, να μπερδεύω τα λόγια μου και να κομπιάζω. Πίσω του η αρχαία ελιά είχε αποκαλυφθεί στο αληθινό της μέγεθος. Χίλιες φλόγες από βαρύτιμα καντήλια κρέμονταν από τα ασημένια της κλωνάρια με τα χρυσά τους φύλα και τους καρπούς από πολύτιμες πέτρες. Σειόταν και κουδουνίζε απαλά στο νυχτερινό αεράκι. Γύρω στο θρόνο του πατέρα μου, πυρσοί καίγαν και κάναν την κρύα γκρίζα νύχτα γλυκιά σα μέλι.

Χωρικός και γάιδαρος δεν υπήρχε πουθενά, παρά μόνο στο μυαλό μου. Ο Πατέρας μου κρυβόταν στις σκιές και παρατηρούσε το μυαλό των ανθρώπων που πλησιάζαν στην κατοικία του, χωρίς ποτέ να τους φανερώνεται. Μα τα λόγια μου μιλήσαν στην καρδιά του που αποκαλύφθηκε. Και τον είδα, σ' όλο του το τρομερό μεγαλείο. Ο Χρυσός Πατέρας. Το χιλιόχρονο πλάσμα. Το πρότυπο της προσωπικότητάς μου.

Σήκωσε το χέρι του για να με κάνει να σωπάσω κι αμέσως το σώμα μου ηρέμησε, το μυαλό μου χαλάρωσε κι έκατσα πίσω στις φτέρνες μου, περιμένοντας να μου μιλήσει.

"Είσαι ο πανομοιότυπος γυιός μου". Και κόντεψα να κλάψω που επιβεβαίωσε αυτό που πίστευα, μάταια, σε πείσμα κάθε λογικής. "Ήρθαμε στον κόσμο μέσα από το χάος που δεν είχε μορφή να μας δώσει- κι αρπάξαμε τις πρώτες μορφές που βρήκαμε. Δώσαμε ονόματα ο καθένας στον άλλο και σε κάθε πράγμα που συναντούσαμε στον καινούργιο μας κόσμο. Ποτέ πριν δεν είχαμε υπάρξει έτσι όπως υπήρχαμε τώρα: όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες χωρισμένες. Κάθε σώμα, μια ενότητα με μια, μοναδική, περιορισμένη προσωπικότητα. Στο άπειρο δεν είχαμε μορφή και δεν είχαμε πρόσωπο. Τώρα είμασταν άνθρωποι. Κι όταν γνωρίσαμε το μεγαλύτερο θαύμα, όταν απλώσαμε χέρια κι αγγίξαν το ένα το άλλο, όταν είδαμε οτι μπορούμε να νοιώσουμε ο ένας τα όρια του άλλου, τότε καταλάβαμε τη σοφία του Μεγάλου Δημιουργού. Σαν ενότητες, μπορούσαμε να χωριστούμε και να ξαναενωθούμε. Σαν ενότητες, μπορούσαμε να γίνουμε γονείς, γεννήτορες, να φτιάξουμε καινούργιους ανθρώπους, τον καθένα με διαφορετικά κομμάτια από την προσωπικότητα του καθενός μας.

Μια φορά στα χίλια χρόνια, λέει το παραμύθι. Ίσως να μην το θυμάσαι: μια φορά στα χίλια χρόνια, κελαηδούν αλλοιώς τ' αηδόνια, και τότε λέει βγαίνει το θαλασσινό τριφύλλι κι όποιος το δει θα ζήσει χίλια χρόνια. Μια φορά στα χίλια χρόνια, όλα τα χίλια κομμάτια που έδωσε ένας από μας στα παιδιά του, μαζεύονται σ' έναν μόνο άνθρωπο, σ'ένα μόνο από τα παιδιά μας, ένα ακριβές αντίτυπο ενός από εμάς, τους πρώτους, τους Χρυσούς Ανθρώπους. Κι εσύ είσαι ένα από αυτά τα παιδιά, είσαι το αντίγραφό μου, ίδιος με μένα σε όλα, πλήρης συλλογή όλων των κομματιών της προσωπικότητάς μου που αναπαράγονται κάθε γενιά σε διαφορετικούς ανθρώπους."

Έκλαιγα, τώρα, γιατί δεν περίμενα ποτέ να έχω μαντέψει τόση από την αλήθεια. Και ανησυχούσα μάλιστα, μήπως δεν είχα μαντέψει τίποτα κι απλώς το έξυπνο μυαλό μου είχε τρελλάνει τον εαυτό του με τις σαχλές θεωρίες του και τις κουτές του φαντασιώσεις. Αν είχα καταφέρει να τρελλαθώ όμως, είχα τρελλαθεί για τα καλά. Δεν έβλεπα όνειρο και δεν είχα παραισθήσεις. Αν ο Χρυσός Πατέρας μου ήταν πλάσμα της φαντασίας μου, η φαντασία μου είχε αντικαταστήσει για τα καλά την πραγματικότητα, δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω πουθενά και δεν θα της ξέφευγα ποτέ. Σταμάτησα λοιπόν να νοιάζομαι γι΄αηδίες κι άνοιξα τ' αυτιά μου.

Και μου είπε, "Είμαστε ίδιοι. Αλλά όχι σ' όλα. Είμαστε ίδιοι σε όλα, εκτός από ένα πράγμα." Και είδε στα μάτια μου, που πρέπει να τον κοιτάξαν ξαφνιασμένα, με τρόμο και βάναυση απογοήτευση οτι ήξερα τί εννοούσε, ήξερα τί θα μου πεί. "Εσύ, γιε μου, δεν είσαι αθάνατος". Μου είπε. Και μ' αποτελείωσε.


Η αυγή σηκωνόνταν αργά, βαριότανε κι αυτή να πάει στη δουλειά της. Αλλά ο κάμπος ξύπναγε από την παγωμένη νύχτα με διάθεση για παιχνίδια. Εγώ έσερνα τα βήματά μου, το κεφάλι μου κρεμόταν σχεδόν στο στήθος μου κι αναρωτιόμουνα πόση απ' αυτήν την στάση του σώματός μου ήταν η κούρασή μου κι η αϋπνία μου- και πόση η απελπισία μου.

Όταν ο Χρυσός Πατέρας επιβεβαίωσε τον ανομολόγητο φόβο μου, είδα στο πρόσωπό του οτι αναγνώριζε την τραγωδία μου: είμαι το αντίγραφο, η κόπια ενός χιλιόχρονου πλάσματος, ενός άνθρωπου που έζησε από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας και δεν ήταν προορισμένος να πεθάνει ποτέ. Όμως εγώ, το αντίγραφο, δεν έζησα παρά εικοσιπέντε χρόνια κι είμαι προορισμένος να πεθάνω σύντομα. Έχω το νου, την προσωπικότητα ενός αθάνατου ανθρώπου, στο κορμί ενός θνητού, κι ο φόβος του θανάτου με βασανίζει χίλιες φορές χειρότερα απ' ότι αν δεν ήμουν έτσι.

Σηκώνω τα χέρια μου και σκεπάζω τα μάτια μου. Κι όπως παραπατάω αβέβαια, επιστρέφοντας στον κόσμο των κοινών ανθρώπων, ακούω γύρω μου τη ζωή που συνέρχεται από το λήθαργο της νύχτας με φωνές, τριξίματα, τραγούδια κι ερωτικά καλέσματα- ένα σαματά απίστευτο, που μου τρυπάει τ' αυτιά και με τρομάζει. Ο ήλιος σηκώνεται και μου καίει την ασκέπαστη σάρκα, με κάνει να ιδρωκοπάω μέσα στο βαρύ μου στρατιωτικό σακάκι κι ακούω τα τζιτζίκια να τον χαιρετάνε με λάγνο πάθος, φωνάζοντας το ένα στο άλλο "έλα να ξεσκιστούμε". Ζουν, αναπαράγονται και πεθαίνουνε κι η μονη μου παρηγοριά είναι οτι σε χίλια χρόνια, ένας άλλος θα πάρει τη θέση μου, σε χίλια χρόνια, ένας άλλος, ίδιος μ' εμένα θα περπατήσει στα βήματά μου, θα βρει τον Χρυσό Πατέρα μας και θα νοιώσει την αλήθεια να του τσαλακώνει την καρδιά. Κι ίσως λίγο να χαμογελάω, με την άκρη των χειλιών μου, γιατί συνειδητοποιώ για πρώτη φορά οτι και χίλια χρόνια πριν, ένας άλλος, ίδιος μ' εμένα, ίδιος ακριβώς μ' εμένα, πέρασε από 'δω που περνάω κι εγώ κι έκανε τις ίδιες σκέψεις κι ανακουφίστηκε, για λίγο, όπως εγώ- και γύρισε στη ζωή που ζούσε λίγο πιο συμφιλιωμένος με την σκληρή, άπονη πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου.

Κι ίσως, ποιός ξέρει- ίσως κάνω κι εγώ μια μέρα χώρο στον κόσμο για τα παιδιά μου, παιδιά δικά μου. Κι ίσως ένα από αυτά να είναι αρκετά ίδιο με μένα για να με καταλάβει και να με κρατήσει ζωντανό στη μνήμη του κι αφού πεθάνω.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Άντρας Φως Γυναίκα Σκιά



Μια σκιά στέκεται πίσω μου. Είναι μια γυναίκα από τα όνειρά μου. Έρχεται τις νύχτες που είμαι κουρασμένος κι αδύναμος και με γοητεύει με μάγια γρήγορα και με λόγια βαθειά με κάνει δικό της. Με κρατάει σαν τη μάνα μου, μ' ευχαριστεί σαν ερωμένη και πάντα νομίζω οτι είσαι εσύ.



Αλλά όταν ξυπνάω και προσπαθώ να φύγω από κοντά της, με αρπάζει και με τραβάει πάνω της. Προσπαθώ να της αντισταθώ. Προσπαθώ να σου μείνω πιστός.



Όμως αυτής της γυναίκας τα μαλλιά είναι φίδια που μ' αρπάζουν. Ανεβαίνει πάνω μου κι είναι πιο δυνατή από μένα, είμαι ανυπεράσπιστος μπροστά στην σκοτεινή της εξουσία.



Μετά σε παίρνει από μένα, όπως έχει κάνει και μ' όλες τις άλλες γυναίκες στη ζωή μου. Τις οδηγεί μακρυά μου και με κοιτάνε με λυπημένα, άδεια πρόσωπα κρυμμένα στις σκιές.



Κι όπως απομακρύνεσαι και μένω μόνος μου, ξέρω πως όπου και να πάω, δεν θα μπορέσω να ξεφύγω από τη δύναμή της.



Γιατί όταν στέκομαι στο φως για να την διώξω, η σκιά μου πέφτει μπροστά μου και βλέπω ποιά είναι αυτή η γυναίκα. Και ξέρω οτι ποτέ δεν θα αφήσω άλλην να μ' έχει δικό της.

Κυριακή, 06 Ιουλίου 2008

Παρέα (νουβέλα)

Σας μιλάω με καημό, με σπαραγμό, για χίλιες τρέλλες που νοσταλγώ.

(Όπου η πραγματικότητα κι η φαντασία μπλέκονται λάγνα και μ' έκφυλους μορφασμούς, σαν λεσβιακή τσόντα για στρέητ μπακούρια. Και το σύμπλεγμα των γοφών τους, συμβολίζει μια ζωή που δεν έζησα, αναμνήσεις που δεν είναι δικές μου, πράγματα που ποτέ δεν συνέβησαν σε κανέναν και τά 'χω βγάλει όλα από το μυαλό μου, εδώ που κάθομαι, ένα μικρό κοριτσάκι με ροζ κορδέλλα στα μαλλιά και βαριέμαι να παίξω το σημερινό μου μάθημα στο πιάνο, κάνω και Γαλλικά, ο μπαμπάς μου μ' αγαπάει κι είμαι μια δεσποινίς καλής ανατροφής από σπίτι, γεροντοκόρη θα μείνω. Έχω φαντασία όμως, και σκέφτομαι, φαντάζομαι, φαντασιώνω, φεύγω, ξεφεύγω κι ερωτεύομαι ένα άγριο αγόρι με χαμένα μάτια, πάνω σε μια βροντερή μηχανή που ξερνάει αχνιστά μηχανόλαδα και βρωμερά καυσαέρια. Κανείς δεν έχει ζήσει τη ζωή τη δικιά μου, κι εγώ έχω ζήσει τις ζωές όλων. Κανείς δεν με ξέρει- εγώ τους ξέρω όλους. Και μου λείπουν, όλοι, αβάσταχτα.)

Κάνα χρόνο μετά, μάθαινα από άλλους τί γαμάτη παρέα που ήμασταν- μου τό 'πε μια νύχτα ο Μπούνης, που το άκουσε από τις Κοπέλες, οτι ήμασταν μια γαμάτη παρέα, που χάλασε από μαλακίες. Οτι και καλά τσακωνόμασταν όλη την ώρα κι έτσι, και γι' αυτο διαλύσαμε.

Τρώγαμε κάτι τρελλά στραβώματα, πιο πολυ εγώ κι ο Τσέχος, κι ο Λέηζερ από πίσω. Αφού καταπίναμε τα κωλόχαπα σαν να ήτανε... ξέρω ΄γω; Και καραμέλες νά 'τανε, δε θα κάναμε έτσι, θα σκεφτόμασταν μή μας χαλάσουν τα δόντια. Τρώγαμε χάπια, πίναμε σιρόπια, τσιγάρα, βενζίνες, πώς δεν έγινε καμμιά έκρηξη. Στην αρχή, πέφταμε τέζα ξεροί, μετά αρχίσαν να μας πιάνουν τα στραβώματα και γκαρίζαμε όλη την ώρα, ο ένας μές' τη μούρη του αλλουνού. Κι αν ξέραμε, στο τέλος της γκαριξιάς, γιατί είχε ξεκινήσει, να με χέσεις. Εδώ παθαίναμε αμνησία στη μέση της κουβέντας... όχι στο στράβωμα...

Δε χάλασε από τα στραβώματα η φάση. Αυτά τά 'χαμε συνηθίσει, μαλακίες λέγανε οι Κοπέλες. Δεν ξέρω γιατί χάλασε- ήρθε η ώρα της. Όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν. Και πάλι καλά που προφταίνουνε και να ξεκινήσουνε. Γιατί εμείς γίναμε παρέα για το πιώμα και μόνο. Αρχίσαμε που κολλήσαμε φράγκα να ψωνίσουμε, και μπήκαμε στο αμάξι του Τσέχου να πάμε να πιούμε. Έτσι δεν περιμένεις να κολλήσει παρέα- αλλά έκατσε η φάση. Έπαιξε χημεία τρελλή- δηλαδή, έπαιξε και τίποτα άλλο; Χα! Αλλά όχι, σοβαρά. Δεν έπρεπε να έχουμε κολλήσει, αλλά κολλήσαμε, γίναμε παρέα γαμάτη, που ίδια δε θα ξαναβρούμε ποτέ, ποτέ δε θα ξαναγίνει. Έκατσε κέντα. Και δέσαμε, γερά.

Κάθε μέρα μπαίναμε μέσα στο αμάξι του Τσέχου και φεύγαμε μακρυά. Πίναμε- τα κέρατά μας. Όλοι εκτός από τον Πιτσιρικά, εννοείται, που είχε το Χάρισμα και την άκουγε εξ' επαφής, από την παρέα, χωρίς να πιεί. Συμμορία ήμασταν, αλλά για το χαβαλέ, όχι για τον τσαμπουκά. Τσαμπουκάδες δεν κάναμε. Ψάχναμε να βρούμε το πιώμα μας κι αράζαμε κάπου, να γελάμε και να περνάμε γαμάτα, ρε φίλε, γαμάτα, μέχρι το ξημέρωμα.

Κι έπειτα, κάποιος μας μούτζωσε. Το Μεταλλάδικο, που αράζαμε, έκλεισε. Το βουνό, που πηγαίναμε τα βράδυα, κάηκε, ολόκληρο. Χάλασε και το αμάξι του Τσέχου που γυρνάγαμε. Του Λέηζερ του χάλασε η μηχανή. Τον Πιτσιρικά τον πήρανε φαντάρο. Ο Ψηλός- καλά ο Ψηλός ξέφυγε τελείως. Ε, πάντα ήτανε λίγο, καθότανε κι έπινε και διάβαζε τη βίβλο ο μαλάκας! Κι ερχότανε και μας έλεγε να περιμένουμε θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, και πότε θα μας πεί να πάρουμε τα βουνά να σωθούμε... Τον Τσέχο, τον πιάσανε μ' ενάμισι τσιγάρο πάνω του (ήτανε κι ο Λέηζερ και οι Κοπέλες, αλλά ξηγήθηκε ήρωας). Τον αφήσανε ατιμώρητο, αλλά αρχίσανε οι μαλακίες, οτι ρουφιάνεψε (ποιόνε μωρέ;) και τσάκισε από το πάρκο για να μη δίνει στόχο. Κι εγώ βγήκα τραβεστί. Άστα να πάνε.

Δε μας χαλάσανε τα στραβώματα- αλλά σκέφτομαι, αν δεν παίζανε τα στραβώματα, μπορεί να είχαμε αντιμετωπίσει τις διάφορες καταστάσεις καλύτερα.

Εμένα με πήρε η κάτω βόλτα όταν πλακώθηκα με το μαλάκα το Μορφονιό και τις έφαγα- από το σκατουλάκι, ακους, που μια φορά του είχα μιλήσει πριν αρχίσει να σκάει στο πάρκο κι είχε πάει να χέσει το σώβρακό του. Πώς ξέπεσα έτσι... με γαμήσανε τα σκατόχαπα, με κάνανε αδύναμο σα γατάκι. Τα χέρια μου μπορούσανε, να τον πιάσω και να τον στίψω σαν σφουγγάρι, αλλά το μυαλό μου δεν πήγαινε μία, φίλε. Με βάραγε, μπουκέτα στη μάπα, κι εγώ περπάταγα κατά πάνω του, με τα χέρια κρεμασμένα στα πλευρά. Τί να πώ, μπορεί να λυπόμουνα να του χαλάσω τη φάτσα. Μπορεί κι απλώς να προσπαθούσα να τον πλησιάσω αρκετά για να τον βουτήξω- είχε και μακρυά χέρια και πρόφταινε και με βάραγε, πριν τον φτάσω. Εντωμεταξύ, βλέπανε οι άλλοι που τις άρπαζα, πέφτανε να μας χωρίσουνε. Σε κάποια φάση, είχανε φτάσει να μας τραβάνε τρεις από 'δω και τρεις από 'κει, κι εγώ να προχωράω μπροστά, σαν το καταραμένο ζόμπι, με τους άλλους πιασμένους επάνω μου -αφού αρχίσανε να γελάνε, "που πας, κάτσε 'δω" κι έτσι, τσίρκο γίναμε- αλλά και πάλι, τα χέρια μου να μη σηκώνονται. Δράμα κατάσταση. Έφαγα πολύ ξύλο.

Τελικά μας χωρίσανε, και με πήρε παραπέρα ο Λόγκαν, και προσπαθούσε να με παρηγορήσει που τις είχα φάει από το φίλο του... δε γούσταρε που παίξαμε ξύλο, κι ας κάνανε όλο τέτοια αυτοί οι τρεις, αυτός κι ο Μορφονιός κι ο άλλος ο Κοντός, όλο τσαμπουκάδες, ήταν το χόμπυ τους, το αντίθετο από μας ήτανε, όπως κάναμε εμείς παρέα για το χαβαλέ, αυτοί ζούσαν για τον τσαμπουκά- αλλά στο πάρκο μας θεωρούσε όλους φυλή του και δε ήθελε να πλακωνόμαστε. Κι απ' την άλλη, στεναχωρήθηκε που τις έφαγα έτσι στην ψύχρα χωρίς να ρίξω καμμία (ήτανε σπόρτσμαν, ο Λόγκαν)- πήγα κι εγώ να του δικαιολογηθώ οτι δεν ξέρω από τσαμπουκάδες αλλά γύρισε και μου είπε, "θυμάσαι πώς σε γνώρισα εγώ"; Και το βούλωσα, γιατί με είχε γνωρίσει να πλακώνομαι στο ξύλο με μια παρέα Αλβανούς.

Μου τσαμπουκαλεύτηκαν και τους πέταξα ένα σκουπιδοντενεκέ στο κεφάλι, μετά αρχίσαμε να τρέχουμε, μια ο ένας μπρος, μια ο άλλος πίσω, εγώ φοβήθηκα μην έχουνε κάνα μαχαίρι, αυτοί φρικάρανε που τους έκανα ντου μοναχός μου, στο φοβισμένο πλακωνόμασταν, μέχρι που έσκασε ο Λόγκαν και το Λογκανέικο κι οι Αλβανοί γίνανε μπουχός- αφού κόντεψα να τρέξω να φύγω κι εγώ μαζί τους, ήτανε ψαρωτικός ο τυπάς, μαζί με τ' αδέρφια του ιδίως σ' έπιανε σύγκρυο έτσι που είχαν όλοι την ίδια σκατόφατσα, σαν τον Aphex Twin, φοβόσουνα μην είναι κολλητικό. Και τί να του πώ τώρα του Λόγκαν; Οτι με χαλάσαν τα πιώματα; Αφού αυτός έπινε περισσότερο από όλους μαζί και μας έβαζε κάτω όλους μαζί άμα γούσταρε... Άμα σε πίνουνε, ας πρόσεχες, τί να μου πεί, έτσι θα μού 'λεγε- και θά 'χε και δίκιο, γαμώ τα σκατοκαργιόλια μου μέσα. Καλά να πάθω, με γαμήσανε τα σκατόχαπα. Κι έπρεπε να τό 'χω καταλάβει από αυτή και μόνο τη φάση- αλλά ήταν κι αργά πια, η ζημιά είχε γίνει. Είχα αρχίσει να μαραίνομαι- κι η παρέα είχε αρχίσει να χαλάει...

Στραβώματα, λέει... ένα βράδυ, μπήκαμε στο αμάξι του Τσέχου να πάμε πάνω στο σπίτι της μάνας μου. Στη διαδρομή άρχισε ο Πιτσιρικάς να πεινάει (πάλι) και να με ρωτάει τί έχει σπίτι για να φάμε. Και να προσπαθώ τώρα εγώ να του εξηγήσω οτι με τη μάνα μου παίζει χοντρό πρόβλημα, την άλλη φορά είχε έρθει κάτω και φώναζε οτι θα μας φέρει τους μπάτσους (γιατί ήξερε για τα τραβεστικά μου και νόμιζε οτι τους έχω φίλους για να με γαμάνε, αλλά αυτό δεν μπορούσα να το εξηγήσω στον Πιτσιρικά). Κι οτι άρα, όχι, δεν μπορούμε να βάλουμε μια κατσαρόλα μακαρόνια σκέτα να βράσουνε, γιατί θα κάνουμε θόρυβο και θα ξυπνήσουμε τη μάνα μου, πρέπει να πάμε κατευθείαν να κάτσουμε στο κατώι με ησυχία, γιατί αλλοιώς θα γίνει πάλι της πουτάνας. Και να μην καταλαβαίνει τί του λέω, και να επιμένει και να μου τη λέει λες και είχα εγώ κάνα λόγο να τον αφήσω να ρέψει στην πείνα, και δώστου ν' αρχίζουμε να φωνάζουμε... μέχρι που τα πήρε κι ο Τσέχος κι άρχισε να φωνάζει κι αυτός και να μας λέει να κατεβούμε από το αμάξι του, κι ο μαλάκας ο Λέηζερ να την έχει δει τσηφ όπως πάντα και να γελάει και να ειρωνεύεται τον Τσέχο, ο Ψηλός στην κοσμάρα του... Στραβώματα λέει...;

Αλλά μας περνούσανε. Εκείνο το βράδυ νομίζω είναι που έβγαλα το "Μπορείς Καρλώφ" ... έ, δηλαδή, να... έβαλα ένα μποξεράκι στο κεφάλι μου, κρατούσα ένα κερί κάτω από τη μούρη μου κι έλεγα συνέχεια "μπορις καρλοφ" σε διάφορες παραλλαγές τονισμών. Για δυο ώρες. Κι οι άλλοι κοιτάγανε και γελάγανε- για δυο ώρες. Κόλλημα.

Και το πρωί κατέβηκε η μάνα μου κι άρχισε να φωνάζει να σηκωθούμε να φύγουμε, γιατί θα μας φέρει την αστυνομία. Ε, κλασσικά.

Την άλλη φορά αρχίσανε ο Τσέχος κι ο Πιτσιρικάς- τσακωθήκανε για ένα στίχο στο Φάνη, το τραγούδι. Ούτε που θυμάμαι ποιός είχε παρεξηγήσει τί- κάτι σ' εκείνη τη φάση που λέει για το βιασμό, ή για 'κείνο τον ψηλό από τη Δραπετσώνα, δε θυμάμαι. Αρχίσανε, χαλαρά στην αρχή. Ήμασταν στον παλιό μύλο και πίναμε, κι ακούγαμε το Φάνη. Σε κάποια φάση, κάτι λέει ο Πιτσιρικάς, και καλά "αυτό θέλει να πει εδώ ο ποιητής". Όχι, του λέει ο Τσέχος, δε λέει έτσι, λέει αλλοιώς. Και πάμε, αρχινάνε: "μα όχι, έτσι λέει", από τη μια ο Πιτσιρικάς, "αφού σου λέω οτι λέει αλλοιώς" ο Τσέχος, ντουέτο κρεσέντο, αρχίσανε να ουρλιάζουνε και να χτυπιούνται, για τελείως άσχετες μαλακίες, σαν να βλέπεις λάιβ τους Μόντυ Πάιθονς ήτανε, κι εμείς να προσπαθούμε να τους ξεκολλήσουμε. Και τί να ξεκολλήσουμε; Εδώ είχαμε μπερδευτεί κι εμείς μ' αυτά που λέγανε (ήμασταν και κομμάτια). Καλά, δεν θα καταφέρω να θυμηθώ τί φλας είχανε φάει; Πάω στοίχημα οτι λέγανε κι οι δυο μαλακίες. Αλλά πού να θυμηθώ. Αφού για καιρό μετά, όποτε θυμόμασταν τη φάση, αρχίζανε να λένε γιατί είχανε διαφωνήσει και τους το κόβαμε αμέσως, μην πάει και το θυμηθούνε στ' αλήθεια και ξαναρχίσουνε.

Ναι ρε φίλε, στραβώναμε, αλλά εκεί που μετράγαμε, μετράγαμε. Κι εκεί που μετράγαμε ήταν στις καλές τις φάσεις. Στο σπίτι μου, πριν αρχίσει να φρικάρει η μάνα μου, είχαμε κάνει δυο-τρεις φορές Πάσχα και Πρωτομαγιά. Είχαμε και τη γιαγιά μου, που χαιρότανε να βλέπει αντρολόι μαζεμένο και θεωρούσε καθήκον της να μας ταϊσει όλους, να μας μπουκώσει μέχρι να γίνουμε σαν μπουρεκάκια. Σ' εκείνες τις φάσεις είχε ανέβει κι άλλος κόσμος στο σπίτι, ο Ινδιάνος, ό Ζύμης (το συγκρότημα, κι έτσι), ο Σόνυ, ο Λιάκος, λαός. Έχω κάτι φωτογραφίες από τη βεράντα του σπιτιού, με το Λέηζερ και τον Τσέχο να επιδεικνύουν το κοκορέτσι και πίσω να φαίνεται όλη η Πεντέλη καταπράσινη, μέχρι την Έυβοια, όπως ήτανε πριν τις φωτιές και πριν τις βιλάρες. Εκείνο το Πάσχα φτιάξαμε δυο κοκορέτσια, δηλαδή εγώ τα έφτιαξα, ξεσκάτισα τα άντερα, τα έδεσα, όλα εγώ- οι άλλοι οι καργιόληδες πήγανε να ψωνίσουνε, τέσσερις μαντράχαλοι να φέρουνε δυο τσιγάρα, μή χέσω... Αλλά καλά, χαλάλι. Αρχίσαμε να τα ψήνουμε το απόγευμα, είχε πέσει ο ήλιος και δεν αντέξαμε να περιμένουμε, τα φάγαμε μισοψημένα. Μπλιάχ.

Μετά, ο μαλάκας ο Σιντ, είχε έρθει κι αυτός, κατάφερε να βάλει φωτιά στη ραπτομηχανή της γιαγιάς μου.

Άντε πάλι μπουρδέλο, της πουτάνας. Να προσπαθεί ο Σιντ να της ζητήσει συγγνώμη με τα μούτρα πεσμένα (για διάφορους λόγους) εγώ να της λέω οτι καλύτερα να καιγότανε η κιθάρα μου, η γιαγιά μου να συγκινείται και να την παίρνουν τα κλάμματα... τελικά κάηκε μόνο η βάση της που ήταν ξύλινη, η ίδια η μηχανή δεν έπαθε τίποτα. Της έφτιαξε μετά μια άλλη βάση ο κύριος Μάκης. Ετούτος έπαθε κι έμφραγμα εκείνη την ίδια μέρα στο σπίτι, όταν λείπαν οι άλλοι, εκεί που έφτιαχνα το κοκορέτσι. Καθόμουνα και του κρατούσα το κεφαλάκι του, και περίμενα να γυρίσουνε, γιατί δεν μπορούσα να τον σηκώσω μοναχός μου. Μας τραγούδησε κι η γιαγιά μου το Σόλε Μίο, στο τραπέζι, φύγαμε και κακήν κακώς από την Ανάσταση γιατί είχαμε πλακωθεί όλοι στα καργιόλια κι αρχίσανε να μας σκάνε την ίδια στιγμή που αρχίσαν να σκάνε τα βεγγαλικά, είχαμε και το σκυλάκι του Λέηζερ μαζί που είχε λυσσιάξει τελείως, δέσαμε εκείνο το Πάσχα, κομπλέ τελείως.

Τί κάναμε... μαλακίες κάναμε... ότι μαλακία θες, την κάναμε. Και την πίναμε... Κάποια φάση, έψαχνα τώρα εγώ να βρω ατροπίνη, γιατί είχα κολλήσει με τον Καστανέντα κι είχα βρει οτι οι ντάντουρες που έπινε είχαν ατροπίνη και σκοπολαμίνη για συστατικά- κι αφού δεν έβρισκα ντάντουρες, βρήκα ένα κολλήριο που είχε ατροπίνη. Το χρησιμοποιούσανε οι οφθαλμίατροι για εξετάσεις, γιατί βάζεις μια σταγόνα στο μάτι σου και ανοίγει η κόρη σου τέντα, και φαίνεται όλο το εσωτερικό. Εμείς αρχίσαμε πρώτα να το ρουφάμε από τη μύτη, κάποιος που μου το είπε πρώτος, έτσι μου είπε οτι το έκανε, σα βιξ, σνιφφφ- μαλακία όμως, κύλαγε στο λαιμό και σου άφηνε μια γεύση σα σκοτωμένα ραδίκια. Μετά αρχίσαμε να το βάζουμε σε κοκακόλες και να το πίνουμε έτσι. Και πάλι σκατά γεύση, και τέτοια κομμάτια, δεν έχω ξαναδεί, ούτε έχω ξαναγίνει. Χανόσουνα τελείως. Το μάθανε κι άλλοι και το δοκιμάσανε, κι οι περισσότεροι, όπως κι εμείς, δεν το ξαναγγίξανε, τρομάξανε. Ο αδερφός ο μεγάλος του Λόγκαν μόνο ήθελε να συνεχίσει να το πίνει, αλλά τον έπιασα και του είπα οτι υπάρχει κίνδυνος να μείνεις στον τόπο, να πάθει η καρδιά σου κι έτσι- και χαμογέλασε λίγο στεναχωρημένα, είπε "α, είναι επικίνδυνο, ε;" και δεν το ξανάπιε. Ευτυχώς, γιατί μου είπε μετά οτι στη φάση που τό 'πιε γύρισε νύχτα με τη μηχανή, καμμιά τριανταριά χιλιόμετρα, μέχρι σχεδόν τα Σπάτα έμενε, και νόμιζε οτι είχε ένα φίλο του στο πίσω κάθισμα και γύρναγε συνέχεια να του μιλήσει. Έτσι κι είχε πέσει να σκοτωθεί, θα με έγδερνε όλο το Λογκανέικο, είχε και καμμιά εξηνταριά αδέρφια, ζωή νά 'χουνε, ζωντανό θα με ψήνανε σε σιγανή φωτιά... χωρίς βιασύνες...

Ντραγκς, σου λέει.

Ξέρεις που λένε οτι οι κακές παρέες το ρίξανε το παιδί στα ναρκωτικά...; Εγώ μια μέρα, μόλις τα είχα χαλάσει με τη Γελαδίτσα μου, κι είχα κάτι σκοτοδίνες, μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Βλέπω το Λέηζερ και το Σίντ, μαζί με τον Ξανθούλη, να πίνουνε. Πάω κοντά, με το μάτι νά 'χει γυρίσει ανάποδα, και τους κάνω σκηνή τώρα, γιατί πίνουνε χωρίς εμένα- εμένα, που τους τά 'πρηζα μια ζωή τί μαλακία είναι τα ντραγκς κι οτι πρέπει να τα κόψουνε κι εγώ ούτε τσιγάρο κανονικό δεν καπνίζω και πατατί πατατά. Κοιτάζονται, μου λένε "μα εσύ δεν πίνεις". Ε, από 'κεινη τη στιγμή ήταν που άρχισα να πίνω, και βρεθήκαμε αργότερα να κολλάμε φράγκα να ψωνίσουμε και να γυρνάμε με το αμάξι του Τσέχου, παρέα στο πιώμα, παρέα και στην ξενέρα.

Μετά το ρίξαμε στις βενζίνες- πηγαίναμε και τις παίρναμε από το περίπτερο, κάτω απ' το σταθμό. Μέχρι που μας πήρε χαμπάρι η περιπτερού και μας έπιασε στο ψιλό: "τί τις θέλετε τόσες βενζίνες, καθαριστήριο θα ανοίξετε;" Ύστερα, αρχίσαμε να γυρνάμε στα φαρμακεία, "γκουχ γκούχ, μήπως έχετε κάτι για το βήχα", "είναι για τον παπού μου" και μαλακίες, ε, μας δίνανε, σιρόπια, στ' αρχίδια τους. Χάπια δεν μας δίνανε, όμως, μέχρι που κάποια στιγμή έγινε η μεγάλη συνεργασία, εγώ ο Σιντ και ο Τσέχος, και τους τα πήραμε όλα, μέχρι τελευταίο μπουκάλι- μετά σου λέγανε οτι έχει έλλειψη κι όντως είχε, τέτοια φάση.

Ξεκίνησε με τον Σιντ, που τον έστελνε η μάνα του σ' ένα γιατρό να τον κοιτάει. Βγήκε λέει ο γιατρός μια στιγμή από το δωμάτιο κι ο Σιντ του βούτηξε μια σφραγίδα και κάτι σελίδες από το μπλοκ με τις συνταγές. Μετά, μπήκα εγώ σ' ένα φωτοτυπάδικο και του ζήτησα να μας φτιάξει ένα μπλοκ, με σελίδες ίδιες (αλλά του είπα άσχετο τηλέφωνο και διεύθυνση, κι άλλο όνομα να βάλει, ευτυχώς δεν πρόλαβε να δει καλά τί έγραφε η ορίτζιναλ σελίδα). Ο τυπάκος στο μαγαζί τσακίστηκε να με εξυπηρετήσει, του είπα οτι κάνω εξωτερικές εργασίες για το γιατρό, μου είπε και μόνος του να μας φτιάξει καινούργια σφραγίδα με το ψεύτικο όνομα, που φοβόμουνα να του το ζητήσω μην καρφωθώ, καταχάρηκε αυτός που έκανε εξυπηρέτηση στον πελάτη, κι εγώ που έγινε η δουλειά σένια, ούτε που το περίμενα να βγούνε όλα τόσο κυριλέ και φοβόμασταν όλοι μή μας μυριστούνε και μας φέρουνε τους μπάτσους. Μετά, ο Σιντ έφτιαξε τις συνταγές, έκανε τα γράμματα τα γιατρικά, έτσι που τα κάνουν με κόρπο, και έβαλε και από μια υπογραφάρα, κι ύστερα, με σωφέρ τον Τσέχο τώρα (ε, να κάνει κάτι κι αυτός!) πήραμε σβάρνα τα φαρμακεία και καβαντζωθήκαμε. Μας έβγαλαν κάνα μήνα, με το ζόρι, δώσαμε και σ' άλλους, καμμιά οικονομία, χάπαχάπαχάπα, σαν τον πάκμαν τα τρώγαμε... καλή φάση... αλλά έτσι και μας πιάνανε, θα μας κόβανε τον κώλο ανάποδα.

Πολλές φάσεις... τί θυμάμαι... τις περισσότερες τις έχω ξεχάσει. Μου τις λέγανε την άλλη μέρα κι έλεγα "καλά, πότε έγινε αυτό"; Και μου λέγανε "αφού ήσουνα κόκαλο". Κι ύστερα γινόταν το ίδιο από την ανάποδη- δεν νομίζω να είναι ένας από την παρέα που να τα θυμάται όλα, ούτε καν ο Πιτσιρικάς, που δεν έπινε.

Αλλά όσο τα γράφω, τόσο τα θυμάμαι. Θυμάμαι τη Μικρή, που βρέθηκε στο πάρκο σκαστή από το σπίτι της και τη φιλοξενούσαμε εκ περιτροπής, ο καθένας σπίτι του- και κοιτάγανε οι μισοί να τη γαμήσουνε, οι άλλοι μισοί να μην τους αφήσουνε, γιατί ήτανε μικρή, δεκατριών χρονών. Άνω κάτω μας είχε κάνει, ένα πάρκο πουτάνα- ένα βράδυ, στο Μεταλλάδικο, ήταν λοιώμα τελείως και της είχε πέσει από δίπλα ο Αυτιάς, και τη χαμούρευε. Το μαθαίνει ο Λόγκαν, ο Αυτιάς ήταν φίλος του παιδικός, δεν του πήγαινε να τον πλακώσει. Σκάει στο πάρκο ο Τσουλουφάκης, που είχε ίδιο όνομα με τον Αυτιά, τον βλέπει ο Λόγκαν, ήτανε και λοιώμα, τα μπέρδεψε, σηκώνεται πάνω και τον αρχίζει, πήγε να τον σκοτώσει, του βάραγε κλωτσιές στη μάπα με τις αρβύλες κι έκανε γκελ το κεφάλι του στις πλάκες. Καλά που ήτανε ο Μορφονιός και τον σταμάτησε, γιατί οι άλλοι είχαμε χεστεί πάνω μας και δεν θα τον έσωζε κανείς τον πιτσιρικά. Την επόμενη φορά που τον είδε πήγε και του ζήταγε συγγνώμη... προσπαθούσε και να του πεί οτι δεν μπορεί να του βάρεσε αρβυλιές στο κεφάλι (δεν το θυμότανε), γιατί, και καλά, άτομο από το πάρκο δεν θα το χτύπαγε τόσο. Ναι, καλά, δε λες που ακούγανε τα γκάπ και γκουπ μέχρι το φαστφουντάδικο απέναντι... Αλλά τί να του πείς. Τουλάχιστον, από τότε δεν νομίζω να τον ξανακούμπησε κανείς τον Τσουλουφάκη, όσο ήταν εκεί γύρω ο Λόγκαν.

Ένα βράδυ η Μικρή έμεινε στου Λέηζερ και κάποια φάση πήγε και κάθησε σε μια καρέκλα που της έφευγε η ψάθα- έ, και της έφυγε η ψάθα κι η Μικρή έπεσε μέσα στο στεφάνι, μάγκωσε κι έμεινε 'κει, με τα χέρια και τα πόδια στον αέρα. Κι έμεινε έτσι για κάνα μισάωρο, γιατί τη βλέπαμε εγώ κι ο Λέηζερ, πηγαίναμε να τη βοηθήσουμε και μέχρι να την φτάσουμε, μας λύνονταν τα γόνατα από τα γέλια και δεν μπορούσαμε να την πλησιάσουμε. Κι όσο συνειδητοποιούσαμε την κατάσταση, οτι περνάει η ώρα κι αυτή μένει σφηνωμένη στην καρέκλα κι εμείς δεν μπορούμε να πάμε να τη βοηθήσουμε, από τα γέλια, τόσο μας πιάναν κι άλλα γέλια. Κι η Μικρή να κάθεται στωικά εκεί, και να λέει "έλα μωρέ παιδιά, ξεκολλάτε..." ε, και μας σκότωνε πιο πολύ μ' αυτό, κατάλαβες; Άκου ξεκολλάτε... εμείς να ξεκολλήσουμε; Εσύ έχεις κολλήσει! Και δώστου γέλια.

Την πέτυχα αργότερα τη Μικρή, όταν είχα αρχίσει να βγαίνω, κι είχε γίνει πουτάνα, κι αυτή, κανονικά. Και μ' έλεγε και μπαμπά της ακόμη- ανέκδοτο σκέτο. Αλλά δε γέλασα. Ξέρω 'γω. Άμα φύγεις από το σπίτι σου στα δεκατρία σου και τριγυρνάς να κοιμάσαι στον κάθε μαλάκα, τί θα γίνεις, δασκάλα Γαλλικών; Πουτάνα θα γίνεις. Αστείο είναι αυτό τώρα; Μαλακίες. Άμα είχα εγώ παιδιά δικά μου και φεύγανε από το σπίτι στα δεκατρία, θα έτρεχα πίσω τους με το φανάρι, κι ας πηγαίνανε, όχι στα πάρκα που αράζανε τα φρικιά, στο διάλο τον ίδιο να πηγαίνανε. Μαλάκες κάφροι γονείς, σου λέει μετά.

Θυμάμαι, τώρα, κι άλλα, συνέχεια... Ένα βράδυ ήμασταν πίσω από τα Τεχνικά, και είχαμε δυο τσιγάρα, να πιούμε. Κάθονται οι άλλοι να στρίψουνε, πάνω σε ένα πυργίσκο της ΔΕΗ που είχε εκεί πέρα, σκαρφαλωμένοι. Εμένα με είχε πιάσει ίλιγγος γιατί είχα πιεί ένα σιρόπι- μου χρώσταγε ένα τριπάκι ο Τζώνυ κι επειδή δεν έβρισκε, μου έφερε να πιούμε σιρόπι... τί να σου πώ, με υποχρέωσε. Τέλος πάντων, είμαι τώρα κάτω από τον πυργίσκο και ακούω τους άλλους πάνω να συνωμοτούνε, με χαμηλή φωνή, και καλά οτι θα μου πούνε οτι το σταφ έβγαζε μόνο ένα τσιγάρο, και θα καβαντζώσουνε το άλλο να πάνε να το πιούνε μοναχοί τους. Τους ακούω καθαρά μιλάμε! Τρώω φλας, πρώτο, δεν γίνεται, κάτι άλλο θα άκουσα, αυτοί να συνεχίζουνε, να τους ακούω κρύσταλλο. Κάποια στιγμή, κατεβαίνει ο Τσέχος και μου λέει να πάμε βόλτα. "Τί βόλτα ρε μαλάκα"; φρικαρισμένος εγώ. Με παίρνει με το ζόρι και κάνουμε γύρω γύρω την αυλή εκεί που ήμασταν δυο φορές. Μετά γυρνάμε να κάτσουμε σε κάτι παγκάκια μαζί με τους άλλους, που είχανε κατέβει, να πιούμε. Καθόμαστε, μου λέει ο Λέηζερ με ύφος από κλαμμένο μουνί οτι δεν έφτασε το σταφ για δυο τσιγάρα και το έβαλε όλο σε ένα, ελπίζει να μη με πειράζει. Σου λέω, μου σηκώθηκε η τρίχα, φρίκαρα τελείως. Αλλά τί να πώ, δεν ήθελα να πιστέψω οτι μου κάνουνε τέτοιο σκηνικό η παρέα μου.

Πίνουμε, εγώ μες τη μαύρη φρίκη, αυτοί να έχουνε χεστεί στο γέλιο, κάποια φάση αφού είχε τελειώσει το τσιγάρο, βγάζει ο Λέηζερ ένα άλλο- έτοιμο, στριμμένο, τρίφυλλο. Φλας. Τ' είν' αυτό; Μου λέει ο Λέηζερ, μισοκακόμοιρα, "Αυτό είναι ένα τσιγάρο με καπνό σκέτο, το στρίψαμε για να μας φύγει το άχτι που δεν μας βγήκε δεύτερο τσιγάρο και λέμε να το καπνίσουμε για την ιδέα". Καλά ρε παιδιά, αρχίζουνε να το καπνίζουνε, και καλά. Αφού βάλανε και σάλιο. Κάποια στιγμή φτάνει και σ' εμένα το "άχτι", μου λένε "Εσύ, Αρχίδι, δεν καπνίζεις σκέτο καπνό, έτσι;" Δεν κάπνιζα, αλλά είχα σαλτάρει τελείως. "Να, δοκίμασε ρε σύ, σκέτος καπνός είναι" να μου λένε, τελικά το παίρνω κι αρχίζω να ρουφάω- και δεν καταλαβαίνω Χριστό. Μου είχανε ανοίξει τα πνευμόνια από το σιρόπι και είτε καπνός έμπαινε, είτε χασίσι είτε αέρας, το ίδιο μου έκανε. Λέω "Πάτε να με κολλήσετε" και όντως είχα κολλήσει τελείως- δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν καπνός ή αν ήταν χασίσι, με τίποτα. Και τότε γίνεται το μοιραίο- μου παίρνει ο Πιτσιρικάς το τσιγάρο από τα χέρια, μου λέει "Να ρε μαλάκα, καπνός είναι, αφού το καπνίζω κι εγώ που δεν πίνω" και μπροστά στα μάτια μας όλων, τραβάει μια τζούρα, βαθειάαα, άπατη. Τέσσερις μαλάκες, Τσέχος, Ψηλός, Λέηζερ κι εγώ, φύγαμε τελείως. Σηκωθήκαμε πάνω, αρχίσαμε να φωνάζουμε, χεστήκαμε πάνω μας κι ο Πιτσιρικάς να γελάει. "Ρε μαλάκα, εσύ ΔΕΝ ΠΙΝΕΙΣ" να του φωνάζουμε- γιατί τόσο καιρό γυρνάγαμε και πίναμε κι αυτός δεν το είχε αγγίξει καθόλου. Αυτός να έχει γαμηθεί στα γέλια και να προσπαθεί να μας εξηγήσει, οτι, εντάξει, έχει ξαναπιεί με το φίλο του τον Καράμπελα, ξέρω γώ, απλώς δεν το γουστάρει... αλλά τό 'κανε για να μας φλασάρει. Και το πέτυχε. Τρελλαθήκαμε τελείως.

Καλά, έτσι θα με πάει, δε θα σταματήσω τώρα που ξεκίνησα. Δε γαμιέται, καλά περάσαμε. Χαβαλέ κάναμε. Δεν σκοτωθήκαμε, δεν μπήκαμε φυλακή και δεν πέσαμε όλοι στην πρέζα. Καλά είμαστε.

Μετά που διαλύσαμε, έκανα πιο πολύ παρέα με τον Τσέχο, και κάτι φιλαράκια του, γιατί με τον Λέηζερ είχα τσακωθεί στα σοβαρά. Μερικές φορές ερχόταν κι ο Ψηλός μαζί μας, αλλά μετά άρχισε να του τη μπαίνει συνέχεια ο μαλάκας ο Άνεμος, ο κουραδόμαγκας. Δεν ξέρω πώς την είχε ακούσει έτσι αυτός ο ηλίθιος, την είχε δεί πολύ άτομο, γιατί είχε πάει Λοκατζής- κάθε φορά μας έπρηζε τον πούτσο με τις ιστορίες από το στρατό. Ε, μπουχέσας ήτανε. Φόραγε κάτι παντελόνια, κολλητά όπως όλοι, αλλά τα διάλεγε επίτηδες να του έρχεται ο καβάλος πάνω από τον αφαλό- σαν να φοράει πάνες, τί διάολο... Τέλος πάντων, αυτή η μαλακόφατσα, κάποια φάση την είδε να την λέει του Ψηλού. Ο Ψηλός ήτανε κλασσικά ήσυχο ατομάκι, ήθελε να τα έχει καλά με όλους, δεν είχε προσωπικά με κανένανε και δεν ήξερε τί να κάνει, πώς ν' αντιδράσει, δεν ήθελε τώρα να τσακώνεται, καθόντουσαν κι όλο στην ίδια παρέα με το μαλάκα. Ε, και βέβαια, κι ο μαλάκας, στον Ψηλό βρήκε να πουλήσει μούρη, που ήξερε οτι δεν θα γινότανε μανούρα.

Οπότε, σε κάποια φάση ήμαστε σπίτι μου, πάνω, εγώ, ο Τσέχος, ο Ψηλός, ο Πετράν, κι ο Σόνυ και χαζεύουμε τσόντες στον υπολογιστή μου. Βρίσκω λοιπόν κάτι φωτογραφίες που είχαμε βγάλει, και τις είχα σκανάρει, που ήτανε μέσα κι ο μαλάκας ο Άνεμος. Και δεν ξέρω πώς μου ήρθε, είχα μια τσόντα που γαμούσε μια τραβεστί έναν τύπο πάνω σ' ενα τραπέζι. Κι όπως είχα από τη μια την τσόντα, από την άλλη τη φωτογραφία του μαλάκα του Άνεμου, κόβω το κεφάλι του Άνεμου και το κολλάω πάνω στο λαιμό του τύπου στην τσόντα, και το φτιάχνω κι ωραίο με το φοτοσόπ. Κι επειδή κάτι του είχαμε πει και ήτανε χαρούμενος στην φωτογραφία, ο μαλάκας ο Άνεμος, βγήκε ένα σύμπλεγμα, η τραβεστί να γαμάει τον μαλάκα τον Άνεμο πάνω στο τραπέζι κι αυτός να χαμογελάει λες και είχε κερδίσει το λαχείο, κάτι μαγουλάκια, άχου τα να τα τσιμπήσεις! Κι είμαστε τώρα πέντε άνθρωποι να έχουμε χεστεί στο γέλιο, γύρω γύρω στην οθόνη- με τον Ψηλό μπροστά, το καταφχαριστήθηκε νομίζω. Μετά, όταν πήγαινε να του την πει ο μαλάκας ο Άνεμος, θα θυμότανε τη φωτογραφία ο Ψηλός, και το γέλιο που είχαμε ρίξει και θα τον έγραφε στ' αρχίδια του...

Κάποια στιγμή, κι από 'κει τσακίσαμε, πέθανε ο Πετράν (πρέζα), τελικά χαθήκαμε και με τον Ψηλό και με τον Τσέχο. Μέχρι που τρακαριστήκαμε με τον Τσέχο ένα βράδυ, στην Φωκίωνος, άσχετο. Κάτσαμε σε κάτι παγκάκια και τα λέγαμε, λέγαμε για την παρέα και λέγαμε κι οι δύο οτι τέτοιες φάσεις δεν ξαναγίνονται, μια φορά σου κάθονται, δεν ξαναγυρνάνε. Μου τό 'λεγε, αυτός, κι είχε αστέρια στα μάτια του, κι εγώ ταξίδευα πίσω, σαν να ήταν άλλο παρελθόν, άλλος κόσμος, άλλη διάσταση, που γίναν όλα αυτά. Σαν να θυμόμασταν τον χαμένο κήπο της Εδέμ, την ξεχασμένη μας παιδική ηλικία στη χώρα των ξωτικών...

Πάνε αυτά, δεν ξαναγυρνάνε κι οι αναμνήσεις δεν βοηθάνε σε τίποτα. Σταματάω, λοιπόν- εδώ. Και πάω να χαρώ τη ζωούλα μου, την χαλαρή, που μπαίνω στα μαγαζιά και με λένε κυρία. Και που τσακώνομαι με συγγενείς που φρικάρουν που φοράω φουστάνια... άκου να δείς με τί κάθονται κι ασχολούνται, με τί βαρετές μαλακίες. Τί μίζερες κουταμάρες. Μα πού ήρθα και προσγειώθηκα; Ούτε που έχω καταλάβει. Και πού είναι οι άλλοι; Σκορπίσαμε, ο καθένας βγήκε αλλού, και χαθήκαμε. Χαθήκαμε. Και δεν θα ξαναβρεθούμε, ποτέ, πουθενά. Πανε τα χρόνια 'κεινα τα παλιά. Και πάει η παρέα μου, την έχασα. Τους έχασα όλους.

(Κι όλα αυτά είναι φανταστικές μαλακίες- κανείς και τίποτα δεν υπάρχει, κι ούτε έχει γίνει τίποτα από όλα αυτά. Μόνο τα ψευδώνυμα είναι αληθινά, γιατί δεν κινδυνεύει κανένας πια, κι από κανέναν. Και δεν είχα ποτέ παρέα, δεν είχα ποτέ φίλους, δεν ήμουνα ποτέ αγόρι. Και δεν έζησα ποτέ μου, τίποτα και πουθενά. Πουθενά.)

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Καθυστερημένο αντίο σ΄ ένα φίλο που μου έλεγε μυστήριες ιστορίες

Ο Καλλίστο Μούνι νίκησε. Ο Καλλίστο Μούνι πέτυχε το σκοπό του. Απελευθέρωσε το λαό του.

Όταν ήμουν δεκαοχτώ, εκεί γύρω, πίστευα με πάθος φλογερό. Πήγαινα στην εκκλησία και στεκόμουνα σε μια γωνιά πίσω πίσω, να μή με βλέπει κανένας κι έκλαιγα. Γύρναγα σπίτι μου και χτυπιόμουνα, με το μέτωπο στο πάτωμα. "Γιατί, θεέ μου, γιατι εγώ;" Σπάραζα. Ήθελα να υπάρχει κάποιος να μ' ακούσει. Να μ' ακούσει και να με σώσει. "Ο Θεός", έλεγα, "είναι αγάπη". Και το πίστευα, γιατί αυτό μου έλεγε η καρδιά μου.

Στα μυθιστορήματα, οι πρωταγωνιστές χάνουνε την πίστη τους όταν τους βρει κάποια συμφορά. Κουνάνε τη γροθιά τους στον ουρανό τρίζουνε τα δόντια και αναφωνούν, "δεν υπάρχει Θεός!" (και τότε ποιόν φοβερίζουν;).

Εμένα δεν μου συνέβη τίποτα τέτοιο, συνταρακτικό. Μέσα σε λίγα χρόνια, έχασα την πίστη μου, χωρίς πολλή προσπάθεια. Ίσως να έχασα και την υπομονή μου. Ίσως να μήν πίστευα και τόσο όσο νόμιζα. Ίσως η πίστη η καλή, η εκατό καρατίων, δεν είναι φωτιά που σε καίει και σ' αφήνει στάχτες, αλλά υπόγειος ωκεανός, βαθύς και μυστήριος, που μαζεύεται σταγόνα σταγόνα με κάθε χτύπο της καρδιάς σου και δεν το καλοκαταλαβαίνεις, μέχρι να έρθει η στιγμή να δοκιμαστεί στ' αλήθεια. Ίσως κι η αληθινή πίστη να μη δοκιμάζεται ποτέ. Τί σκληρός μαλάκας θεός θα καθότανε να παίζει με το πιο πολύτιμο αγαθό των πιστών του;

Δεν έγινε τίποτα που να με κάνει να χάσω την πίστη μου, θυμάμαι όμως πότε αρχίσαν όλα. Ήταν μια μέρα που συζητούσα με τον παιδικό μου φίλο, τον Καρλίτο. Μου είπε για τον Δον Χουάν, που είχε στείλει λέει την αντίληψή του έξω από τον κόσμο των ανθρώπων, μέσα στο άγνωστο. "Και τί βρήκε εκει;" τον ρώτησα, λαχταρώντας ν' ακούσω για το φως της σοφίας στην καρδιά του απείρου. "Δεν βρήκε κανέναν." απάντησε ο Καρλίτο.

Το είπε με κούφια φωνή κενή και με άγρια μάτια που με τρομάξανε. Το είπε σαν να τον είχε στοιχειώσει. Το είπε και για μια στιγμή το πίστεψα, για μια στιγμή άνοιξε ένα γιγάντιο ρήγμα ανάμεσα σε μένα και την πίστη μου. Και μέσα του είδα τον εαυτό μου να στέκεται στην άκρη της Αβύσσου και να ετοιμάζεται να πηδήξει μέσα της με μόνο οδηγό αυτήν την πίστη σε ένα θεό που τον είχα φτιάξει μέσα μου. Πίστεψα στο ταξίδι του Δον Χουάν στο άγνωστο. Πίστεψα στα λόγια του Καρλίτο. Πίστεψα με τη δύναμη της καρδιάς μου. Όπως είχα πιστέψει στον καλό Χριστούλη, πίστεψα στον αδυσώπητο κυνηγο της γνώσης.

Η δύναμη ήταν στην καρδιά μου.

"Μια μέρα", είπα στον Καρλίτο, "η ζωή μου θα σβήσει, μια φλόγα από ένα δειλό κερί, σαστισμένη που έκαψε με το ίδιο φώς που καίνε τ΄ αστέρια. Δεν θα δω άλλους κόσμους. Δεν θα αγκαλιάσω το άπειρο για πάντα. Δεν είναι για μένα η απόλυτη ελευθερία."

Και πήδηξα στην Άβυσσο, στην σκοτεινή πλευρά των ονείρων, που κάνει κάθε σου επιθυμία πραγματικότητα, αλλά δεν σ΄αφήνει ποτέ να ξεφύγεις. Στάθηκα μπροστά σ' έναν καθρέφτη και σήκωσα τα μάτια μου με τρόμο, να δώ τί ήταν αυτό που ήθελα στ' αλήθεια.

Ο Καρλίτο κούνησε το κεφάλι του και γύρισε πίσω, στο σπίτι του και στις γυναίκες του, τις πολεμίστριές του, τις δυνατές του μάγισσες. Sus brujas poderosas.

Κυνηγήσαν τη γνώση με πείσμα. Απλώσαν τα χέρια τους που γίναν φτερά και ο άνεμος της δύναμης τους άρπαξε στα νύχια του. Πέταξαν και φύγαν μακριά, ελεύθεροι στο άπειρο για παντα. Αφήσαν πίσω τους μύθους και ψέμματα, σκιές και άδεια ομοιώματά τους, κουτά ανδρείκελα να τους πιθηκίζουν. Κανείς δεν τους ξανάδε. Κανείς δεν τους γνωρίζει πια.

Ο ναγουάλ Κάρλος Καστανέντα, πέτυχε το στόχο του. Ο ναγουάλ Κάρλος Καστανέντα απελευθέρωσε τους πολεμιστές του. Κάηκε από μέσα και χάθηκε. Έγινε το χέρι που τέντωσε τη χορδή που τόξεψε το βέλος. Έγινε το βέλος. Έγινε ο στόχος. Και χάθηκε για πάντα.

Δευτέρα, 02 Ιουνίου 2008

Into the Sea (μακροσκελές διήγημα)

(Λίγα χρόνια πριν σταμάτησα να διαβάζω sci-fi και fantasy, που είχα τρέλλα, γιατί από ένα σημείο και μετά είχαν αρχίσει να γράφουνε όλοι τα ίδια και με είχε πιάσει μια βαρεμάρα. Μετά, ανακάλυψα τρεις συγγραφείς, καινούργιους για μένα, τον Terry Pratchett, τον Iain Banks και τον Jeff Noon. Άρχισα να τους διαβάζω στο πρωτότυπο, στα Αγγλικά, κι έτσι έφτιαξα πολύ και τα Αγγλικά μου- τα γραπτά τουλάχιστον. Κάποια στιγμή, πρόσφατα, άρχισα να αισθάνομαι αρκετή σιγουριά για να γράψω και στα Αγγλικά, όπως γράφω και στα Ελληνικά. Όπως σ΄ αυτήν την ιστορία, για παράδειγμα. Δεν είναι ότι καλύτερο, αλλά τουλάχιστον, έχει τέλος! Κάπου στη μέση το γαμάω λίγο και θέλει λίγο μάζεμα, αλλά βαριέμαι τώρα... :)

Maria stood behind me and pulled the cowl over my head. I heard myself breathing and felt the cloth gently rise and fall against my skin.

- It is important to remember nothing of the passage of time outside the Negative Zone while you are immersed into its strange reality.

I smelled the heavy incense from Eleni's sticks. The faint thrumming sound of the other women's whisperchant made me uneasy.

I heard Maria's voice closer to me. I felt her shadow over my eyes.

- Danae. You are about to begin your Negative Meditation, a journey into the Dark Side of the Force. I will be your Lifeline to our world, your Umbilical Cord of Light. If you are lost in the darkness, speak my name with urgency and unrestrained passion and you will remember me, my face, my hands that touch you, the smell of my hair and the warmth of my body. If those things do not bring you back, nothing will and you will forever be lost in the other side.

I felt a lid close in on me. The world was already beginning to fade. My senses trembled at the edges, resonating to the mumbled profanities of the unholy chant of the women.

Eleni spoke.

- Danae. I will be your guide in this journey. By the sound of my voice you will find your way away from me and the world you leave behind. By my words you will divorce yourself from my reality. The smoke of my myrrh will repel you from yourself. It is made of crushed cockroaches and flies that turn your guts and upset your stomach. You are now in a state of deepest fear and paranoid delusions, ready to start your descent into the cracks of the human mind.

I whimpered, paralysed with fear. I felt my bowels move convulsively and my sphincter open wide, but my gut was empty after a six-month of fasting.

- DANAE!!!

There was a sudden crash of cymbals and a flash of shadow inside me from inside me. I didn't open my eyes and didn't look around me.

- What do you not see?

- I do not see a small straight river standing still.

- What is not the colour of the river and where does it not lead?

- The water of the river is not clear and colourless, or I can tell you where it leads without following it to its source.

- Do not, under any circumstances, follow the river to its source.

- I am not walking along the bank of the river, I am staying put and keeping my eyes closed and my fingers stuck inside my ears. There is no vegetation of any kind on any side of the river, only an arid desert, devoid of life and motion. There are no eyes watching me from the light and I feel safe and comfortable being accompanied by a huge army of friends and allies. The river does not lead down towards the mountains, neither up from the sea. I will choose to go towards the mountain.

- Do not speak about the sea.

- The sea? What sea? That is no sea! It's shallow and small like a pond of water after a timid rain. I cannot hear any tiny waves mildly splashing from where I'm standing, walking away from it. I open my eyes wide, the early morning light is blinding me and if any light was reflected on the dull and matte surface of the turgid waters, it would not be golden as the cry of an infant sun, it would be brown and dirty like molasses dripping from the corner of the mouth of a healthy old woman that I couldn't have seen at the hotel were my grandfather was born the day my brother died.

- Do not go towards the sea.

- I am turning away from the sea and crawling at a snail's pace. I am absolutely calm. Why would I be exited? I am not exited in the least. I am pulling my clothes tightly around me as I stand still and I have tied my hair in a knot. I am as far away from the sea as possible and I do not regret the fact that I could not take a standing dive away from its loathsome embrace that I hate with deep and seething passion.

There are no living creatures nearby, above the water. In fact, there are no living creatures above it either. I am not holding my head above the water, and I cannot hear any sound coming from close by, in the open air that I breathe in.

- What creatures are not close by?

- They do not look like dolphins. They look more like sharks. None of them has a narrow toothless smile that makes me forget a cartoon character that I have never seen. Its name was not Tom. It was Jerry.

- What is that creature not doing? Is it walking or flying away from you?

- It is not swimming in circles around me. I am terribly afraid, horrified and scared beyond my wits. I think I have lost control of my bladder and peed in the icy cold seawater that feels as if I'm treading glue. THERE IS NO EMERALD SHEEN.

... the dolphin creature...

- Destabilise yourself, you are almost not ranting anymore.

- I am terribly proud of myself. This is an everyday situation that I have dealt with many times before. The reason is not, of course that the creature is trying to communicate with me. That would be absurd.

- Do not describe the sounds it is not making.

- They do not sound like a string of consonants "Z, Z, Z" first three, then two then one. It does not repeat such strings in rapid succession. It must be trying to keep something secret from me. It is trying to hide from me the knowledge of how to refrain from saying "Them", "Us" or "You."

It could never be referring to one of the same creatures as itself which I do not see now standing still in a straight line, in the air above, near me. That same creature does not look like a shark, it looks like a dolphin with tiny teeth or a tiny smile. It seems that nobody smiles around here.

I do not understand what the shark-unlike creature is trying to keep from telling me. I don't know if the series of slow three-consonant utterances are meant to mean the dolphin-like creature. That creature is not now swimming directly away from me and the other creature, slowly, lazily, I do not admire its beautiful shining back as it catapults through the air and heads straight at me with the speed and mood of a fucking torpedo, armed with teeth to the teeth and looking at me as if it has just seen sixty kilograms of foie gras.

MARIA!

The shark creature barrelled towards me through the emerald-green waters of the tropical sea. I could hear the friendly dolphin creature skirl its rapid cries of help to its pack, that played and hunted near us, but it was all in slow motion, the arrow-like charge of the shark-creature had sliced time in half and there weren't enough halves left for me to grab hold of and swim ashore.

All the same, I was drawn to it hypnotically. As I watched it through the crystal-clear water, I could feel the curves of its body melting inside mine- or maybe I was feeling my flesh consumed and incorporated to that sleek, streamlined machine of death a few seconds ahead in time. Out of the corner of my eyes, I caught the crazily coloured fish swimming away feverishly, their schools dividing to let the predator pass, relieved that they weren’t big enough to make do for its elevenses.

Then the torpedo was flanked by an electric blue rocket and I swear I couldn't hear it yell with pain. It wasn't any of the dolphin-creatures, whose yelps of rage did not fill my mind with hope and happiness, intermingled with a perfectly logical lack of any disappointment whatsoever, that I would merge with this ugly, lumpy potato of a body of the creature that didn’t look at all like a shark.

- You have not lapsed

- Oh? I didn't notice.

- Danae! Do not speak my name!

The dolphins swam around me. One of them nudged me with its toothed beak and I squinted at the tiny needles with curiosity. There was no blood on them. They don't eat shark then? But I understood them to be dangerous hunters, equipped with the most deadly weapon in the sea. The one they shared with me and my people.

I tried to reproduce their speech, but it was too high for my voice- and I wondered whether they could actually hear me at all. I pointed to myself and yelped a high pitched "Ah" three times- for "me".

They yipped and whistled and sang their songs. A huge wave started in the sand beneath my feet and folded over and took me deep into the heart of the sea. The sky turned dark and there was a single ray of light, from a tiny hole into the barren clouds.

I yelled Maria's name. I dug my memory into her skin, the feel of her hands, the smell of her hair, the twinkling of her eyes when she was being a smart ass to me. I called her name again- my Lifeline, my Umbilical Cord of Light. But she was left behind left behind left behind.

I turned and I was submerged and sinking deep into the sea.

A voice came to me from the shadows and a name turned in circles and swirls of dark water around me. Yemanja. Yemanja. Yamanja.

She appeared to me, great and real and cruel, the mother of all things that hunt and eat each other. The sea. She remembered my name. What mother forgets the name of her children for having billions of them? My mother never throws a child away. She gives it power and wisdom and teeth and scales and claws and nails, she gives it fire in its guts and thunder in its eyes and releases it into her arms to fight and live and die like she did first of all, the first mother of the sea, the first creature in the sea, the first drop of water from the dripping beard of the Sky into the thirsty arms of the Earth.

The weight of oceans crushed me, flowing over me for aeons, centuries, grinding my bones to dust for animals to form their shells from me and their bones from the shells of the animals that formed their shells from me and their flesh from the bones of the animals that formed their bones from the animals that formed their shells from me and I was regurgitated from the mouth of a shark with teeth like galaxies and eyes like the black hole in the centre of the universe.

I opened my eyes into the real world, the one I had left behind. I had left the other world behind me, for now- but my mother had dismissed me with the request to return to her when my time was near, to die in her arms, to sink in her dreams, to be eaten by the fish.

I had a brief flash of memory from an old time, when I was a kid. I was sitting on the beach, there was a strong wind that blew in sudden gasps and the sun... well, the sun was always there and never went away, until late into the night. I was a golden brown boy with golden yellow hair and eyes turned green by the sea. I was eviscerating sea urchins with my knife, to suck their brains out of their brittle inner shell. They tasted like brine.

Every summer, with my father, we would eat hundreds of oysters that hid under the sand. We floated above them and pedalled back and forth with our flippers. The sand was blown away, exposing the oysters. We forced them open with knives and poured lemon on them, making them squirm- then we sucked them and swallowed them whole, while they still moved, alive.

It is only fitting, I thought. That I would die struggling. I won't just keel over and be still. My mother blessed me. She granted me the fate of her chosen children, to die while I was still alive.

The women were carrying me over to the low bed on the other room. I looked at their faces but they were expressionless. Some of them had still their cowls on, to keep their hard, heavy features from offending the sensibilities of the touchier, daintier spirits. Maria's eyes were red with fever- she thought she'd lost me.

They put me on the bed, they drew the curtains over the windows and the hard linen bed cover over me. I didn't speak a word. I could speak- I could speak fine. But there was nothing I could want to say.

Maria knew better than to ask me questions. She allowed the women to leave and leaned over me, let her hair fall on my face, to brand me with her smell. She pushed her face in mine and rubbed our noses. I reacted, slowly and rubbed her nose back. I felt her breath and heard it, that very intimate sound of someone's breath inside your face. Then I heard Eleni.

- Did you meet your mother? Did you meet your doom?

I turned slightly and looked at her. Now speech was expected of me- but was it really necessary?

She nodded, then took Maria by the elbows, dragged her out of the room with the help of the other women, and let me fall asleep with my eyes wide open and my breath wide free, always falling from the golden heights into the great wide sea.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008




Σκύλα (διήγημα)

[Παλιό. Τόυ έχω ρίξει όσο διώρθωμα σηκώνει, δυστυχώς. ]

Η Σκύλα γεννήθηκε αγόρι.

10 χρονών.

Καλοκαίρι, φρικτή ζέστη. Ένας περιπλανώμενος άστεγος τον απαγάγει και τον βιάζει. Οι αστυνομικοί τον ανακαλύπτουν μισοπεθαμένο στο βάθος ενός πηγαδιού. Για τρεις μέρες στριγγλιζε ασταμάτητα

12 χρονών. Τολμάει να ξαναβγεί απ’ το σπίτι του. Οι πρώτοι άνθρωποι που συναντάει είναι μια παρέα μεγαλύτερων αγοριών, που αμέσως αρχίζουν να τον κοροϊδεύουν για τις ξανθές του μπούκλες. Τρέχει μακρυά τους, τρομαγμένος κι ερεθισμένοι τον κυνηγάνε και τον βιάζουν.

13 χρονών. Όποιος τον αντικρύζει νοιώθει την ακατανίκητη παρόρμηση να τον ξεσκίσει.
Μέσα σ’ ένα μήνα, οχτώ βιασμοί. Στον δέκατο αποφασίζει οτι του αρέσει. “Είμαι πουτάνα” σκέφτεται χαϊδεύοντας τον εαυτό του και βογκώντας ερεθισμένα. Κλέβει τα ρούχα της αδερφής του και παίρνει τους δρόμους. Τον δέρνουν, τον βιάζουν απανωτά, και τον μαχαιρώνουν. Στην κλινική, οι νοσοκόμοι τον πηδάνε συνέχεια, για έναν ολόκληρο μήνα. Όταν έχουν κέφια αφήνουν λίγο και τους ασθενείς. Τη μέρα που συνέρχεται απ’ το κώμα, βρίσκει έναν πρεζάκια να τελειώνει μέσα του. Περνάει τους επόμενους δύο μήνες κλεισμένος σε νευρολογική κλινική. Οι γονείς του αρνούνται να τον αναγνωρίσουν ως παιδί τους, “μακάρι να σ’ είχα πνίξει”, η μητέρα του τον αντιμετωπίζει χωρίς κακία, σαν κάτι από τη φύση του φτιαγμένο για να χρησιμοποιείται, να κακομεταχειρίζεται και να πετιέται. Ο πατέρας του τον φτύνει στο πρόσωπο. Οι γιατροί τον κλειδώνουν σ’ ένα δωμάτιο και τον ξεχνούν νηστικό και χωρίς νερό για μέρες.

Στα όρια της λιποθυμίας βλέπει την πόρτα του δωματίου του ν’ ανοίγει, μια σκυφτή φιγούρα να στέκεται στο μισόφωτο, γελώντας μ’ ένα τρελλό γέλιο, τυλιγμένη σε μια κουρελιασμένη ιατρική ποδιά, γεμάτη ξεραμένα αίματα. “Δεν ξέρουν τι είναι αυτό που έχεις και τους κάνει να σου φέρονται έτσι. Ξέρω εγώ όμως. Κι όσοι με λένε Δόκτωρ Πόνο, κι αυτοί ξέρουν”.

Παραληρώντας από την πείνα και με τα λογικά μισοσαλεμένα, παρακολουθεί αδιάφορα, από απόσταση, τον τρελλό γιατρό να τον μεταφέρει μέσα από παράξενους υπογειους διαδρόμους σ’ ένα εξωφρενικό εργαστήριο, πνιγμένο στη μυρωδιά του θανάτου και της πειραματικής κολοστομίας. Μέσα σε όνειρο παρακολουθεί τον τρελλό χειρούργο να δουλεύει γελώντας και κλαίγοντας, τα νυστέρια να γυαλίζουν, τις λαβίδες να σφίγγουν, τις λεπίδες να σκίζουν, την τρυφερή ζωντανή του σάρκα να ανοίγει, κι έπειτα να κόβεται, και μετά να αλλάζει σχήμα και ν’ αποκτά νέες ιδιότητες. Κι ο πόνος είναι ένα ευχάριστο γαργάλημα που σε κρατάει ξύπνιο, για να μην αποκοιμηθείς απ’ την κούραση, να μην κλείσεις τα μάτια σου και χάσεις πολύτιμες ματωμένες αναμνήσεις. Μη! Όχι, όχι! Ώ Ναι ! Σχίζε! Χάραζε χάραζε! Κόψε κόψε κόψε! Ω ναι πονάω, ω ναι θελωθέλω, το έχεις και δώστο μου. Και , “άνοιξέ με!” ουρλιάζοντας, “ΆΛΛΑΞΕ ΜΕ!” ικετεύει, κι ο βαρεμένος χασάπης μπαίνει στον πειρασμό να της στερήσει την ένωση με την κόλαση, το δέσιμο με τον πόνο. Αλλά η ηδονή της επέμβασης είναι μεγάλη, κι ο καμμένος πρεζάκιας του πόνου θέλει να την ολοκληρώσει. “Είσαι το παιχνίδι του πόνου” βραχνά θα το κρώξει. “Είσαι το εγχειρίδιο της κακοποιήσης!” Κι οταν τελειώνει το μεγάλο του αριστούργημα, το αγόρι έχει γίνει η Σκύλα.

Ένα πλάσμα δίχως φύλο, χωρίς όργανα, χωρίς καν θηλές, χωρίς ούτε τρύπα στον κώλο. “Από δω και μπρος θα χέζεις από το στόμα” Όλα όσα σχετίζονταν με το φύλο, την επιθυμία και την ευχαρίστηση. Όλα όσα ήταν αντρικά ή παρά λίγο γυναικεία. Ότιδήποτε άνοιγε το σώμα της βιασμένης σκύλας στον κόσμο. Όλα- αλλάξανε! “Ανάμεσα στα πόδια μου έχω το στόμα μου.” Απ’ αυτό του μιλάει, του ευεργέτη της. Η τρύπα στο πρόσωπό του είναι ένας σφιγκτήρας. “Στον έσφιξα γερά, για να μην χωράει τίποτα να μπει”. Τον γέμισε δρεπανόμορφα κεράτινα εξογκωματα. Ακόμη κι αν καταφέρει κανείς να της τον μπήξει εκεί, έξω, μια φορά, δεν θα τον ξαναβγάλει. Το στόμα ανάμεσα στα πόδια είναι αισθησιακό, βαρύ, τα τουρμπόχειλά του κόκκινα σαν αίμα, το σάλιο του είναι οξύ, και τα δόντια του ξυράφια. “Πίπες να κάνεις στους εχθρούς σου, να τους καταπίνεις την πούτσα και να την ξερνάς ανάμεσα απ΄ τα πόδια σου” Τα νύχια της συνδέονται με ηλεκτροφόρα κύτταρα “έξυπνα τα χέλια, αλλά ο άνθρωπος είναι ακόμη εξυπνότερος”. Το δέρμα του σκεπάζει τις σκληρές κεράτινες πλάκες που προστατεύουν τους μυς και τα κόκκαλα και τα όργανα στο εσωτερικό του κορμιού της. “Τα μαλλιά σου είναι κεράτινες κεραίες, συντονίσου στις σκέψεις μου, για να τις ακούσεις και να τις κατευθύνεις” Εκεί που υπήρχε η σκωληκοειδής του απόφυση, κάτι ζωντανό κουνιέται. “Σφήκες” Στην πραγματικότητα, διασταύρωση σφήκας και τσούχτρας. “Χέζε τες μες’ το σώμα των εχθρών σου. Για να τους φάνε από μέσα και να τους δεις να πεθαίνουν μ’ αγωνία”.

Συνέρχεται ουρλιάζοντας, γυμνό σ’ ένα πάρκο, ο ήλιος, στη λίμνη παπάκια, πεινάει, “γειά σου παιδάκι, έλα να σου δείξω τι έχω εδώ.” Και πάει το χεράκι, που έγινε μια μπουκιά, πάει το παιδάκι που στριγγλίζει και ουρλιάζει κι είναι πολύ αγνό το χρυσό μου ακόμα για να καταλάβει τι του συνέβει και γι’ αυτό φωνάζει τη μαμά του γιατί ποιός άλλος θα του δώσει πίσω το χέρι του; Η Σκύλα σέρνεται στο γρασίδι, με την κοιλιά να γλείφεται ματωμένη, ροκανίζοντας τα τραγανά δαχτυλάκια, δαχτυλάκια, δαχτυλάκια. Η σκύλα φεύγει χορτάτη και τα παπάκια διέφυγαν τον κίνδυνο χάρη στο μικρό αγοράκι με το ένα χέρι, που κρατάει τ’ απομεινάρι του άλλου του και τρέχει ουρλιάζοντας στη μαμά του που παθαίνει κρίση υστερίας και νευρικό κλονισμό, ναι ναι ναι.

Νύχτωσε. “Τι ρούχα να φορέσω; Αντρικά ή γυναικεία;” Κοιτιέται σε μία βιτρίνα, αμάξια περνάνε, περαστικοί την κοιτάνε με οίκτο και καύλα. Ένας την πλησιάζει, οι ορμόνες του τού ΄χουν ανέβει στο κεφάλι από την παράξενη προκλητική της αύρα, που τους κάνει όλους να θέλουν να την ξεσκίσουν, όλους να θέλουν να την πονέσουν, κι εκείνος σαλιώνει το δάχτυλό του και ψάχνει να βρει την κωλοτρυπίδα της, θέλει να της καρφώσει το καυλωμένο του δάχτυλο στον κώλο και να την βάλει μετά να το γλείψει, θέλει να την βάλει να κυλιστεί στα σκουπίδια και να πάρει τσιμπούκι στον πεθαμένο πρεζάκια πίσω απ’ τον κάδο, τώρα που είναι ακόμη ζεστός. Θέλει να την εξευτελίσει γι’ αρχή και να της δείξει πόσο άρρωστος είναι αμέσως μετά, κι έπειτα βλέπουμε. “Τον κώλο μου ψάχνεις;” του λέει, πρόθυμη να τον εξυπηρετήσει. Σκύβει και πιάνει το χέρι του και γέρνοντας το πρόσωπό της από πάνω του, χέζει το χωνεμένο χεράκι με πλαδαρούς υγρούς ήχους στην ιδρωμένη παλάμη του. Οι θεατές κραυγάζουν μ’ αηδία και μία γυναίκα διαμαρτύρεται έξαλλα. Η Σκύλα του κολλάει τα σκατά στη μούρη κι ο τύπος βάζει τις φωνές κι εξαφανίζεται “Που πας; Δεν πρόφτασα να σε φιλήσω!” και γελάει γέλιο τρέλλας ναι γελάει τρελλό γέλιο τρέλλας ω τρελλό γέλιο τρελλής γέλιο τρέλλας.

(Κάπου Αλλού)

Στο βαθύτερο υπόγειο φυλάκιο, αόρατες πηγές φωτός αγκαλιάζουν με λάμψεις λαμπρής τους λευκότητας το σώμα πάνοπλου Φύλακα βυθισμένου σε νάρκη. Αιωρούμενος σε πεδίο μηδενικής αλληλεπίδρασης, φοράει πανοπλία από μέταλλο που βλάστησε απ’ τα κόκαλά του, το κράνος που σκεπάζει το κεφάλι, το μέτωπο και τη μύτη του, μοιάζει με χέρια που τυλίγουν το κρυμμένο πρόσωπο, ο θώρακας, σαν τους ταρσούς μεταλλικών δαχτύλων, οι φτερούγες στην πλάτη είναι δέκα ατσάλινα δάχτυλα πλεγμένα σε προσευχή, διπλωμένα προσοχή, οι αντίχειρες να γυρίζουν με προσμονή, οι καρποί τους φυτρωμένοι στους ώμους. Το όπλο του βουίζει απαλά, προειδοποιητικές λυχνίες ανάβουν, το φως των αόρατων προβολέων δυναμώνει, μια προτροπή αστράφτει μες’ το ναρκωμένο μυαλό, η ανδρόγυνη φωνή επαναλαμβάνει βελουδινα, “Αφυπνισθείτε Φύλακα Ραμμών” ξανά ωσπου να ξυπνήσει τελείως.

Η εικόνα βουτάει προς τις λεπτομέρειες της αστραφτερής πανοπλίας. Τα χέρια που είναι σταυρωμένα στο στήθος ενεργοποιούνται σπασμωδικά, το όπλο που κρατάνε λάμπει όλο και περισσότερο, χορωδία ευνούχων ψέλνει ύμνους πίστης σε τάξεις που ευνουχίζουν, τα μάτια πίσω από το επιρρίνιο ανοίγουν, το φως πέφτει πάνω τους κι αντανακλάται η εικόνα της Σκύλας, στο λεβητοστάσιο, θα δείτε, μεταλλικά κρουστά ξεσπούν θριαμβικά. Ο Φύλακας Ραμμών σηκώνεται, το όπλο του λάμπει τόσο που τα περιγράμματα ξεθωριάζουν και μάτια ασυνήθιστα στο φως της αλήθειας θα καίγονταν απ’ τη λάμψη. Τα μάτια του Φύλακα είναι μάτια Φύλακα, και οι Φύλακες είναι φρουροί της αλήθειας, γι’ αυτό ο Φύλακας Ραμμών βλέπει καθαρά το σπαθί του. Και δεν είναι ακριβώς σπαθί, “ω Φύλακα Ραμμών, που έχεις για όπλο ένα υπερμεγέθες μεταλλικό τσουτσούνι που λάμπει με φλόγα λευκή” σαλιαρίζει η χορωδία, κι αν άκουγε εκείνος θά ‘λεγε ταπεινά “ώ, δεν είναι υπερμεγέθες”. Στέκεται όρθιος έξω απ’ το πεδίο αδράνειας, και στρέφει το πρόσωπο προς τις αόρατες πηγές του λευκού φωτός. Να που ξεσπούν τύμπανα και η χορωδία στριγγλίζει, κι ο φύλακας Ραμμών ανοίγει τα φτερά του. Σαν ατσάλινος σκελετός ξεδιπλώνονται και η λάμψη τους καταργεί τη βαρύτητα, το πεδίο τους εκμεταλλεύεται την έλξη της για ν’ ανυψώσει τον Φύλακα Ραμμών, να τον σηκώσει στον σκοτεινό αιθέρα και μέσα από χιλιόμετρα ενός κάθετου φρέατος από σκέτο φως, να τον οδηγήσει στην επιφάνεια. Όπου κι η επική μουσική οργιάζει. Καθώς ο Φύλακας πετάει μεγαλόπρεπα. Προς μιαν ατσαλόχρυση αυγή. Που χαράζει τον γκριζογάλανο ουρανό.

Η Σκύλα κάθεται στο λεβητοστάσιο του δημόσιου νοσοκομείου, είδατε, κάθεται βουτηγμένη στη βρώμα που μάζεψε απ’ τους υπονόμους, κάθεται στις φτέρνες της και με το χέρι χωμένο ανάμεσα στα πόδια της γλείφει τα δάχτυλά της, σπουπίζει τα χείλια της και ταϊζει το στόμα της. Σκίζει με τα νύχια της μικρά ζουμερά κομμάτια από έναν όμορφο σωρό κρέατος ακουμπισμένο μπροστά της, “συγγνώμη” του λέει και χαμογελάει απολογητικά, “θα ήθελα πολύ να σε κρατήσω ζωντανό κάνα δυο μέρες ακόμη, αλλά πεινούσα και καταλαβαίνεις, σκύλα είμαι και μ’ οδηγεί η πείνα μου, και ποτέ μην παίζεις με την πείνα μιας σκύλας, μπορεί να σου φάει το χέρι όταν πας να την ταϊσεις, εγώ θα σε φάω ολόκληρο, κρίμα ρε γαμώτο να μην μπορώ να σε γαμήσω, έχω ακούσει οτι οι πρωτόγονοι κυνηγοί ζητάνε συγγνώμη από το θύμα τους πριν το σκοτώσουν, άργησα λίγο, αλλά δεν είμαι πρωτόγονη, κι άλλωστε όσο σε σκότωνα δεν ήταν ευγενικό να μιλάω γιατί δεν κανει να μιλάμε με γεμάτο στόμα” και γελώντας αθώα και ντροπαλά, κλάνει απ’ το ύψος απ’ όπου θα ‘πρεπε να ρεύεται, και μασάει μασάει, γιατί τα κόκκαλα των δαχτύλων του είναι σκληρά και δεν ανεβαίνουν εύκολα. Φοράει ένα γλυκούλι ροζ φορεματάκι, που το πρώην περιεχόμενό του σαπίζει σε μια γωνιά, τώρα που η κοιλιά της ασχολήθηκε μαζί του, η Σκύλα σκουπίζει το αίμα απ’ το στόμα της με το χέρι της και το χέρι της στο φουστάνι.

Βήματα ακούγονται στο διάδρομο. Στο διάδρομο που οδηγεί στο λεβητοστάσιο. Η Σκύλα νοιώθει ν’ ανατριχιάζει. Όλα της τα ένστικτα την προειδοποιούν για μεγάλο κίνδυνο. Αντηχούν τα βήματα βαρειά, σαν να περπατάνε ατσάλινα πόδια ντυμένα με μολυβένιες μπότες. Η Σκύλα πετάγεται όρθια και αρχίζει να κραυγάζει βραχνά, από χαμηλά στην κοιλιά της. Κραυγάζει βραχνά και άγρια, σαν να γαυγίζει, και απομακρύνεται από την είσοδο του λεβητοστάσιου. Έχει ανατριχιάσει ολόκληρη και φοβάται, για πρώτη φορά από τότε που την άγγιξε ο έρωτας για τον πόνο.

Λευκή λάμψη τρυπώνει κάτω από τις χαραμάδες της πόρτας. Ένας τριχτός ήχος ακούγεται και η πόρτα ξεχαρβαλώνεται και πέφτει μες το λεβητοστάσιο με τρομερό κρότο. Η Σκύλα στ’ αλήθεια γαυγίζει τώρα, δυνατά, τρελλή από φόβο. Λυσσασμένη, αντικρύζει την απαστράπτουσα μορφή. Ο Φύλακας Ραμμών ακτινοβολεί μεγαλείο και δύναμη. Κρατάει το ατσαλένιο ψωλόσχημο όπλο του υψωμένο μπροστά του με τα δυό του χέρια και βαδίζει αργά, επίσημα, με σταθερό βήμα όλο κλαγγή και τρίξιμο. Η Σκύλα τρέμει ολόκληρη. “Πούστη κακέ!!” τον βρίζει με μίσος, κι ακόμη δεν ξέρει ποιός είναι. “Ήρθες να με γαμήσεις κι εσύ, με τον νόμο και με το δίκιο;” Σκίζει το φόρεμά της και πετάει τα κουρέλια του στον Φύλακα. Στέκεται γυμνή, κι η στάση της επιδεικνύει με υπερηφάνια το εκτρωματικό της κορμί, νευρώδες, τραχύ, λιγνό και χωρίς φύλο. Στη σκιά του κρυμμένος ο πόνος. Ανάμεσα στα πόδια της, η γλώσσα της σσφυρίζει βρισιές και κατάρες. Στο πρόσωπό της ο σφιγκτήρας της τρέμει. Ο φύλακας κάνει ένα βήμα μπροστά, κι η Σκύλα χάνει τον έλεγχο.

Λυσσασμένη ουρλιάζει χυμώντας πάνω του. Σάρκα και μέταλλο μπλέκονται. Γίνονται στρόβιλος από μέλη και ατσάλινη λάμψη. Ο Φύλακας χτυπάει ξανά και ξανά με το λαμπερό του όπλο. Η σκύλα ουρλιάζει και βογγά μ’ ηδονή, και αλυχτάει με φρίκη. “Πίσω Πλάσμα Του Πόνου”. Η φωνή του Φύλακα είναι βαθειά και γεμάτη δύναμη. Το όπλο του υπογραμμίζει τα λόγια του, κι η αρματωσιά του είναι ένα πειστικό επιχείρημα. Δίκιο έχει- έχει το νόμο με το μέρος του. Η Σκύλα υποχωρεί εξαντλημένη, αναστενάζοντας δυνατά. “Γονάτισε Πλάσμα Του Πόνου”. Η Σκύλα πέφτει στα γόνατα υποταγμένη. Ο Φύλακας της ανοίγει την κωλοτρυπίδα που έχει για στόμα και μπήγει μέσα της το όπλο του. Εκείνο βουίζει και σπαρταράει, η Σκύλα βογγάει, και ξαφνικά ζεστό υγρο φως πλημυρίζει την έδρα της, κυλάει μέσα της γλυκό και απολαυστικό και μοιάζει ν’ απλώνεται παντού. Η Σκύλα αρπάζει το οργασμοβόλο ατσαλόψωλο με χέρια που τρέμουν και ρουφάει αχόρταγα, σαν να ξαναβρήκε τη ρώγα της μάνας της. “Χύσε Πλάσμα Του Πόνου”. Το υγρό φως φτάνει στο στόμα της και στάζει ανάμεσα απ’ τα πόδια της. “Χύνω!” ουρλιάζει . “Χύνω!” και πέφτει ανάσκελα, ανοίγει τα πόδια της και προτείνει το στόμα της που αχνίζει φωτεινούς ατμούς. “Ωωχ, Χύνω!” μουγκρίζει. “Ακόμη Δεν Έχυσες Τίποτα, Πλάσμα Του Πόνου”, κι ο Φύλακας της βυθίζει το φωτεινό του όπλο ανάμεσα στα πόδια. Η Σκύλα ουρλιάζει, σκίζεται απ’ τον πόνο που φεύγει απο μέσα της, κομματιάζεται από την ηδονή που παίρνει τη θέση του, δεν αντέχει άλλο κι έρχεται μια στιγμή που δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει. “Ήταν και τα δύο ένα, ένα αβάσταχτο, τόσο έντονο, δεν άντεχα άλλο. Κι εκείνο επέμενε” θα λέει αργότερα.

Τώρα είναι χυμένη στο πάτωμα του λεβητοστάσιου, και σφαδάζει ύποφέροντας. “Σου Αρέσει Πλάσμα Του Πόνου”. Η βαθειά φωνή διατάζει κι η Σκύλα προσπαθεί ν’αρνηθεί αλλά δεν μπορεί. “Ναι! Ναι!” και “ΝΑΙ!” υπακούει. “Κοίτα Το, Πλάσμα Του Πόνου!” Κι η Σκύλα σηκώνει το κεφάλι της και κοιτάει, ανάμεσα στα πόδια της, εκεί που ήταν το στόμα της. Βλέπει φωτεινά υγρά να χύνονται αχνίζοντας. Συνειδητοποιεί οτι τόση ώρα φωνάζει μ’ εκέινο που μόλις τώρα ήταν ο κώλος της. Φέρνει το χέρι της στο πρόσωπό της και δαγκώνει την παλάμη της. Νοιώθει την κωλοτρυπίδα της ξανά στην παλιά της θέση. Το όπλο του Φύλακα τραβιέται από μέσα της. Η χορωδία παραληρεί υμνώντας την θριαμβεύουσα ηδονή. Αποκάλυψη, κι αίσθημα ανάτασης. Η Σκύλα απλώνει και τα δύο της χέρια και καθαρίζει τα αστρικά υγρά. “Ω Θεέ μου, έχω μουνι!” φωνάζει. Και το ψαχουλεύει με πυρετώδη μανία, “Δεν είναι δυνατόν!” σκέφτεται, και ξανά προσπαθεί να σιγουρευτεί, πως δεν έκανε λάθος, ξανά ψάχνεται. “Μουνί είναι” Ψιθυρίζει βραχνά. “Θεέ μου! Δεν πονάω! Δεν πονάω πιά! Δεν νοιώθω τον πόνο!” Ο Φύλακας έχει εξαφανιστεί, η Σκύλα κάθεται με την πλάτη στον καυστήρα, και πασπατεύει τη γυναίκα που χώθηκε μέσα της. Χώνει τα δάχτυλά της όσο πιο βαθειά γίνεται. “Μπαίνουν μεσα! Αληθινό είναι!” Τραβάει την κλητορίδα της μήπως την δει ν’ αρχίσει να μεγαλώνει, κι ένα ρίγος μεταοργασμικής ηδονής την διαπερνά. “Όχι! Δεν είναι! Είναι αληθινή!”. Σηκώνεται όρθια, κοιτάζει τριγύρω της, ψάχνει να βρει το πουλί της. Νοιώθει σαν να αγωνίζεται να ξυπνήσει από έναν εφιάλτη. “Έναν φριχτό, αλλόκοτο εφιάλτη”, τα λόγια της. Στέκεται μες τους φωτεινούς αχνούς που εξατμίζονται. Το πτώμα ματώνει ακόμη μισοφαγωμένο. Σκύβει να σηκώσει το κουρελιασμένο φόρεμα.

Ξαφνικά νοιώθει το βάρος στο στήθος της και καταλαβαίνει τι είναι. Κοιτάζει τις πλατειές της ρώγες με γουρλωμένα μάτια. Αγγίζει τα βαριά ζεστά της στήθη κι ανατριχιάζει. Αγκαλιάζει το πρόσωπό της με τις υγρές της παλάμες. Αργά γονατίζει. Δάκρυα κυλούν απ’ τα μάτια της. Τυλίγει τα χέρια της γύρω από την κοιλιά της και κλαίει.

“Τώρα ζω σ’ ένα όμορφο σπίτι, κι είμαι παντρεμένη μ’ έναν όμορφο άντρα που με λατρεύει κι είναι πολύ καλός μαζί μου. Έχω δύο κόρες, κι είμαι πάλι έγκυος, στον τρίτο μήνα. Ο κόσμος δεν σταμάτησε να θέλει να με ξεσκίσει και να με καταχύσει. Όμως τώρα το κάνουν όλοι μ’ ευγενικό τρόπο, και τηρώντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Κι εγώ δεν πονάω πια όταν με παίρνουν, τώρα μου αρέσει και δεν νοιώθω πια ποτέ και καθόλου πόνο.”

Ζει σ’ ένα όμορφο σπίτι κι έχει έναν όμορφο άντρα που τη λατρεύει και δυο όμορφες κόρες. Τα βρήκε ακόμη και με τους γονεις της και είναι ευτυχισμένη. Της αρέσει να την γαμάνε κι ό κόσμος της κάνει συχνά το χατήρι, γιατί ποτέ δεν έπαψε να θέλει να την σκίσει σε μικρά μικρά κομμάτια. Όμως τώρα της το ζητάει με όμορφο τρόπο και δεν υπάρχει πιά καθόλου πόνος.

Ο πόνος σε κρατάει στην τσίλια . Ο φόβος είναι το αίσθημα του κυνηγού, κι ο πόνος είναι η αιτία του φόβου. Ο πόνος είναι λειτουργία, κι όταν σε γαμάνε δουλεύει. Πονάει το γαμημένο αλλά τουλάχιστον ξέρεις οτι το κατάλαβες. Όταν σε γαμάνε και δεν πονάς δεν ξέρεις τίποτα, γιατί δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα, γιατί όσο και να πονέσεις πια, τίποτα δεν θ’ αλλάξει. Το κοπάδι κάθεται στο μαντρί και χύνει ευτυχισμένο. Όταν ο βοσκός μελετάει τον τσελεμεντέ, οι προβατίνες κρυφοκοιτάζουν το πουλί του μαντρόσκυλου και χαζογελάνε ερεθισμένες.

Έξω απ’ το μαντρί είν’ επικίνδυνα. Έξω απ’ το μαντρί ουρλιάζει ο λύκος. Αν πιάσει καμμιά προβατίνα θα την ξεσκίσει. Εκείνης μάλλον θα της αρέσει.

Είμαστε ό,τι τρώμε. Σιγά σιγά οι λύκοι μεταμορφώνονται σε προβατίνες. Σύντομα δεν θα έχει απομείνει κανένας να μας ξεσκίσει.

Κι η χορωδία υμνεί τα τσιγκέλια του αφέντη.