Σας μιλάω με καημό, με σπαραγμό, για χίλιες τρέλλες που νοσταλγώ.
(Όπου η πραγματικότητα κι η φαντασία μπλέκονται λάγνα και μ' έκφυλους μορφασμούς, σαν λεσβιακή τσόντα για στρέητ μπακούρια. Και το σύμπλεγμα των γοφών τους, συμβολίζει μια ζωή που δεν έζησα, αναμνήσεις που δεν είναι δικές μου, πράγματα που ποτέ δεν συνέβησαν σε κανέναν και τά 'χω βγάλει όλα από το μυαλό μου, εδώ που κάθομαι, ένα μικρό κοριτσάκι με ροζ κορδέλλα στα μαλλιά και βαριέμαι να παίξω το σημερινό μου μάθημα στο πιάνο, κάνω και Γαλλικά, ο μπαμπάς μου μ' αγαπάει κι είμαι μια δεσποινίς καλής ανατροφής από σπίτι, γεροντοκόρη θα μείνω. Έχω φαντασία όμως, και σκέφτομαι, φαντάζομαι, φαντασιώνω, φεύγω, ξεφεύγω κι ερωτεύομαι ένα άγριο αγόρι με χαμένα μάτια, πάνω σε μια βροντερή μηχανή που ξερνάει αχνιστά μηχανόλαδα και βρωμερά καυσαέρια. Κανείς δεν έχει ζήσει τη ζωή τη δικιά μου, κι εγώ έχω ζήσει τις ζωές όλων. Κανείς δεν με ξέρει- εγώ τους ξέρω όλους. Και μου λείπουν, όλοι, αβάσταχτα.)
Κάνα χρόνο μετά, μάθαινα από άλλους τί γαμάτη παρέα που ήμασταν- μου τό 'πε μια νύχτα ο Μπούνης, που το άκουσε από τις Κοπέλες, οτι ήμασταν μια γαμάτη παρέα, που χάλασε από μαλακίες. Οτι και καλά τσακωνόμασταν όλη την ώρα κι έτσι, και γι' αυτο διαλύσαμε.
Τρώγαμε κάτι τρελλά στραβώματα, πιο πολυ εγώ κι ο Τσέχος, κι ο Λέηζερ από πίσω. Αφού καταπίναμε τα κωλόχαπα σαν να ήτανε... ξέρω ΄γω; Και καραμέλες νά 'τανε, δε θα κάναμε έτσι, θα σκεφτόμασταν μή μας χαλάσουν τα δόντια. Τρώγαμε χάπια, πίναμε σιρόπια, τσιγάρα, βενζίνες, πώς δεν έγινε καμμιά έκρηξη. Στην αρχή, πέφταμε τέζα ξεροί, μετά αρχίσαν να μας πιάνουν τα στραβώματα και γκαρίζαμε όλη την ώρα, ο ένας μές' τη μούρη του αλλουνού. Κι αν ξέραμε, στο τέλος της γκαριξιάς, γιατί είχε ξεκινήσει, να με χέσεις. Εδώ παθαίναμε αμνησία στη μέση της κουβέντας... όχι στο στράβωμα...
Δε χάλασε από τα στραβώματα η φάση. Αυτά τά 'χαμε συνηθίσει, μαλακίες λέγανε οι Κοπέλες. Δεν ξέρω γιατί χάλασε- ήρθε η ώρα της. Όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν. Και πάλι καλά που προφταίνουνε και να ξεκινήσουνε. Γιατί εμείς γίναμε παρέα για το πιώμα και μόνο. Αρχίσαμε που κολλήσαμε φράγκα να ψωνίσουμε, και μπήκαμε στο αμάξι του Τσέχου να πάμε να πιούμε. Έτσι δεν περιμένεις να κολλήσει παρέα- αλλά έκατσε η φάση. Έπαιξε χημεία τρελλή- δηλαδή, έπαιξε και τίποτα άλλο; Χα! Αλλά όχι, σοβαρά. Δεν έπρεπε να έχουμε κολλήσει, αλλά κολλήσαμε, γίναμε παρέα γαμάτη, που ίδια δε θα ξαναβρούμε ποτέ, ποτέ δε θα ξαναγίνει. Έκατσε κέντα. Και δέσαμε, γερά.
Κάθε μέρα μπαίναμε μέσα στο αμάξι του Τσέχου και φεύγαμε μακρυά. Πίναμε- τα κέρατά μας. Όλοι εκτός από τον Πιτσιρικά, εννοείται, που είχε το Χάρισμα και την άκουγε εξ' επαφής, από την παρέα, χωρίς να πιεί. Συμμορία ήμασταν, αλλά για το χαβαλέ, όχι για τον τσαμπουκά. Τσαμπουκάδες δεν κάναμε. Ψάχναμε να βρούμε το πιώμα μας κι αράζαμε κάπου, να γελάμε και να περνάμε γαμάτα, ρε φίλε, γαμάτα, μέχρι το ξημέρωμα.
Κι έπειτα, κάποιος μας μούτζωσε. Το Μεταλλάδικο, που αράζαμε, έκλεισε. Το βουνό, που πηγαίναμε τα βράδυα, κάηκε, ολόκληρο. Χάλασε και το αμάξι του Τσέχου που γυρνάγαμε. Του Λέηζερ του χάλασε η μηχανή. Τον Πιτσιρικά τον πήρανε φαντάρο. Ο Ψηλός- καλά ο Ψηλός ξέφυγε τελείως. Ε, πάντα ήτανε λίγο, καθότανε κι έπινε και διάβαζε τη βίβλο ο μαλάκας! Κι ερχότανε και μας έλεγε να περιμένουμε θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, και πότε θα μας πεί να πάρουμε τα βουνά να σωθούμε... Τον Τσέχο, τον πιάσανε μ' ενάμισι τσιγάρο πάνω του (ήτανε κι ο Λέηζερ και οι Κοπέλες, αλλά ξηγήθηκε ήρωας). Τον αφήσανε ατιμώρητο, αλλά αρχίσανε οι μαλακίες, οτι ρουφιάνεψε (ποιόνε μωρέ;) και τσάκισε από το πάρκο για να μη δίνει στόχο. Κι εγώ βγήκα τραβεστί. Άστα να πάνε.
Δε μας χαλάσανε τα στραβώματα- αλλά σκέφτομαι, αν δεν παίζανε τα στραβώματα, μπορεί να είχαμε αντιμετωπίσει τις διάφορες καταστάσεις καλύτερα.
Εμένα με πήρε η κάτω βόλτα όταν πλακώθηκα με το μαλάκα το Μορφονιό και τις έφαγα- από το σκατουλάκι, ακους, που μια φορά του είχα μιλήσει πριν αρχίσει να σκάει στο πάρκο κι είχε πάει να χέσει το σώβρακό του. Πώς ξέπεσα έτσι... με γαμήσανε τα σκατόχαπα, με κάνανε αδύναμο σα γατάκι. Τα χέρια μου μπορούσανε, να τον πιάσω και να τον στίψω σαν σφουγγάρι, αλλά το μυαλό μου δεν πήγαινε μία, φίλε. Με βάραγε, μπουκέτα στη μάπα, κι εγώ περπάταγα κατά πάνω του, με τα χέρια κρεμασμένα στα πλευρά. Τί να πώ, μπορεί να λυπόμουνα να του χαλάσω τη φάτσα. Μπορεί κι απλώς να προσπαθούσα να τον πλησιάσω αρκετά για να τον βουτήξω- είχε και μακρυά χέρια και πρόφταινε και με βάραγε, πριν τον φτάσω. Εντωμεταξύ, βλέπανε οι άλλοι που τις άρπαζα, πέφτανε να μας χωρίσουνε. Σε κάποια φάση, είχανε φτάσει να μας τραβάνε τρεις από 'δω και τρεις από 'κει, κι εγώ να προχωράω μπροστά, σαν το καταραμένο ζόμπι, με τους άλλους πιασμένους επάνω μου -αφού αρχίσανε να γελάνε, "που πας, κάτσε 'δω" κι έτσι, τσίρκο γίναμε- αλλά και πάλι, τα χέρια μου να μη σηκώνονται. Δράμα κατάσταση. Έφαγα πολύ ξύλο.
Τελικά μας χωρίσανε, και με πήρε παραπέρα ο Λόγκαν, και προσπαθούσε να με παρηγορήσει που τις είχα φάει από το φίλο του... δε γούσταρε που παίξαμε ξύλο, κι ας κάνανε όλο τέτοια αυτοί οι τρεις, αυτός κι ο Μορφονιός κι ο άλλος ο Κοντός, όλο τσαμπουκάδες, ήταν το χόμπυ τους, το αντίθετο από μας ήτανε, όπως κάναμε εμείς παρέα για το χαβαλέ, αυτοί ζούσαν για τον τσαμπουκά- αλλά στο πάρκο μας θεωρούσε όλους φυλή του και δε ήθελε να πλακωνόμαστε. Κι απ' την άλλη, στεναχωρήθηκε που τις έφαγα έτσι στην ψύχρα χωρίς να ρίξω καμμία (ήτανε σπόρτσμαν, ο Λόγκαν)- πήγα κι εγώ να του δικαιολογηθώ οτι δεν ξέρω από τσαμπουκάδες αλλά γύρισε και μου είπε, "θυμάσαι πώς σε γνώρισα εγώ"; Και το βούλωσα, γιατί με είχε γνωρίσει να πλακώνομαι στο ξύλο με μια παρέα Αλβανούς.
Μου τσαμπουκαλεύτηκαν και τους πέταξα ένα σκουπιδοντενεκέ στο κεφάλι, μετά αρχίσαμε να τρέχουμε, μια ο ένας μπρος, μια ο άλλος πίσω, εγώ φοβήθηκα μην έχουνε κάνα μαχαίρι, αυτοί φρικάρανε που τους έκανα ντου μοναχός μου, στο φοβισμένο πλακωνόμασταν, μέχρι που έσκασε ο Λόγκαν και το Λογκανέικο κι οι Αλβανοί γίνανε μπουχός- αφού κόντεψα να τρέξω να φύγω κι εγώ μαζί τους, ήτανε ψαρωτικός ο τυπάς, μαζί με τ' αδέρφια του ιδίως σ' έπιανε σύγκρυο έτσι που είχαν όλοι την ίδια σκατόφατσα, σαν τον Aphex Twin, φοβόσουνα μην είναι κολλητικό. Και τί να του πώ τώρα του Λόγκαν; Οτι με χαλάσαν τα πιώματα; Αφού αυτός έπινε περισσότερο από όλους μαζί και μας έβαζε κάτω όλους μαζί άμα γούσταρε... Άμα σε πίνουνε, ας πρόσεχες, τί να μου πεί, έτσι θα μού 'λεγε- και θά 'χε και δίκιο, γαμώ τα σκατοκαργιόλια μου μέσα. Καλά να πάθω, με γαμήσανε τα σκατόχαπα. Κι έπρεπε να τό 'χω καταλάβει από αυτή και μόνο τη φάση- αλλά ήταν κι αργά πια, η ζημιά είχε γίνει. Είχα αρχίσει να μαραίνομαι- κι η παρέα είχε αρχίσει να χαλάει...
Στραβώματα, λέει... ένα βράδυ, μπήκαμε στο αμάξι του Τσέχου να πάμε πάνω στο σπίτι της μάνας μου. Στη διαδρομή άρχισε ο Πιτσιρικάς να πεινάει (πάλι) και να με ρωτάει τί έχει σπίτι για να φάμε. Και να προσπαθώ τώρα εγώ να του εξηγήσω οτι με τη μάνα μου παίζει χοντρό πρόβλημα, την άλλη φορά είχε έρθει κάτω και φώναζε οτι θα μας φέρει τους μπάτσους (γιατί ήξερε για τα τραβεστικά μου και νόμιζε οτι τους έχω φίλους για να με γαμάνε, αλλά αυτό δεν μπορούσα να το εξηγήσω στον Πιτσιρικά). Κι οτι άρα, όχι, δεν μπορούμε να βάλουμε μια κατσαρόλα μακαρόνια σκέτα να βράσουνε, γιατί θα κάνουμε θόρυβο και θα ξυπνήσουμε τη μάνα μου, πρέπει να πάμε κατευθείαν να κάτσουμε στο κατώι με ησυχία, γιατί αλλοιώς θα γίνει πάλι της πουτάνας. Και να μην καταλαβαίνει τί του λέω, και να επιμένει και να μου τη λέει λες και είχα εγώ κάνα λόγο να τον αφήσω να ρέψει στην πείνα, και δώστου ν' αρχίζουμε να φωνάζουμε... μέχρι που τα πήρε κι ο Τσέχος κι άρχισε να φωνάζει κι αυτός και να μας λέει να κατεβούμε από το αμάξι του, κι ο μαλάκας ο Λέηζερ να την έχει δει τσηφ όπως πάντα και να γελάει και να ειρωνεύεται τον Τσέχο, ο Ψηλός στην κοσμάρα του... Στραβώματα λέει...;
Αλλά μας περνούσανε. Εκείνο το βράδυ νομίζω είναι που έβγαλα το "Μπορείς Καρλώφ" ... έ, δηλαδή, να... έβαλα ένα μποξεράκι στο κεφάλι μου, κρατούσα ένα κερί κάτω από τη μούρη μου κι έλεγα συνέχεια "μπορις καρλοφ" σε διάφορες παραλλαγές τονισμών. Για δυο ώρες. Κι οι άλλοι κοιτάγανε και γελάγανε- για δυο ώρες. Κόλλημα.
Και το πρωί κατέβηκε η μάνα μου κι άρχισε να φωνάζει να σηκωθούμε να φύγουμε, γιατί θα μας φέρει την αστυνομία. Ε, κλασσικά.
Την άλλη φορά αρχίσανε ο Τσέχος κι ο Πιτσιρικάς- τσακωθήκανε για ένα στίχο στο Φάνη, το τραγούδι. Ούτε που θυμάμαι ποιός είχε παρεξηγήσει τί- κάτι σ' εκείνη τη φάση που λέει για το βιασμό, ή για 'κείνο τον ψηλό από τη Δραπετσώνα, δε θυμάμαι. Αρχίσανε, χαλαρά στην αρχή. Ήμασταν στον παλιό μύλο και πίναμε, κι ακούγαμε το Φάνη. Σε κάποια φάση, κάτι λέει ο Πιτσιρικάς, και καλά "αυτό θέλει να πει εδώ ο ποιητής". Όχι, του λέει ο Τσέχος, δε λέει έτσι, λέει αλλοιώς. Και πάμε, αρχινάνε: "μα όχι, έτσι λέει", από τη μια ο Πιτσιρικάς, "αφού σου λέω οτι λέει αλλοιώς" ο Τσέχος, ντουέτο κρεσέντο, αρχίσανε να ουρλιάζουνε και να χτυπιούνται, για τελείως άσχετες μαλακίες, σαν να βλέπεις λάιβ τους Μόντυ Πάιθονς ήτανε, κι εμείς να προσπαθούμε να τους ξεκολλήσουμε. Και τί να ξεκολλήσουμε; Εδώ είχαμε μπερδευτεί κι εμείς μ' αυτά που λέγανε (ήμασταν και κομμάτια). Καλά, δεν θα καταφέρω να θυμηθώ τί φλας είχανε φάει; Πάω στοίχημα οτι λέγανε κι οι δυο μαλακίες. Αλλά πού να θυμηθώ. Αφού για καιρό μετά, όποτε θυμόμασταν τη φάση, αρχίζανε να λένε γιατί είχανε διαφωνήσει και τους το κόβαμε αμέσως, μην πάει και το θυμηθούνε στ' αλήθεια και ξαναρχίσουνε.
Ναι ρε φίλε, στραβώναμε, αλλά εκεί που μετράγαμε, μετράγαμε. Κι εκεί που μετράγαμε ήταν στις καλές τις φάσεις. Στο σπίτι μου, πριν αρχίσει να φρικάρει η μάνα μου, είχαμε κάνει δυο-τρεις φορές Πάσχα και Πρωτομαγιά. Είχαμε και τη γιαγιά μου, που χαιρότανε να βλέπει αντρολόι μαζεμένο και θεωρούσε καθήκον της να μας ταϊσει όλους, να μας μπουκώσει μέχρι να γίνουμε σαν μπουρεκάκια. Σ' εκείνες τις φάσεις είχε ανέβει κι άλλος κόσμος στο σπίτι, ο Ινδιάνος, ό Ζύμης (το συγκρότημα, κι έτσι), ο Σόνυ, ο Λιάκος, λαός. Έχω κάτι φωτογραφίες από τη βεράντα του σπιτιού, με το Λέηζερ και τον Τσέχο να επιδεικνύουν το κοκορέτσι και πίσω να φαίνεται όλη η Πεντέλη καταπράσινη, μέχρι την Έυβοια, όπως ήτανε πριν τις φωτιές και πριν τις βιλάρες. Εκείνο το Πάσχα φτιάξαμε δυο κοκορέτσια, δηλαδή εγώ τα έφτιαξα, ξεσκάτισα τα άντερα, τα έδεσα, όλα εγώ- οι άλλοι οι καργιόληδες πήγανε να ψωνίσουνε, τέσσερις μαντράχαλοι να φέρουνε δυο τσιγάρα, μή χέσω... Αλλά καλά, χαλάλι. Αρχίσαμε να τα ψήνουμε το απόγευμα, είχε πέσει ο ήλιος και δεν αντέξαμε να περιμένουμε, τα φάγαμε μισοψημένα. Μπλιάχ.
Μετά, ο μαλάκας ο Σιντ, είχε έρθει κι αυτός, κατάφερε να βάλει φωτιά στη ραπτομηχανή της γιαγιάς μου.
Άντε πάλι μπουρδέλο, της πουτάνας. Να προσπαθεί ο Σιντ να της ζητήσει συγγνώμη με τα μούτρα πεσμένα (για διάφορους λόγους) εγώ να της λέω οτι καλύτερα να καιγότανε η κιθάρα μου, η γιαγιά μου να συγκινείται και να την παίρνουν τα κλάμματα... τελικά κάηκε μόνο η βάση της που ήταν ξύλινη, η ίδια η μηχανή δεν έπαθε τίποτα. Της έφτιαξε μετά μια άλλη βάση ο κύριος Μάκης. Ετούτος έπαθε κι έμφραγμα εκείνη την ίδια μέρα στο σπίτι, όταν λείπαν οι άλλοι, εκεί που έφτιαχνα το κοκορέτσι. Καθόμουνα και του κρατούσα το κεφαλάκι του, και περίμενα να γυρίσουνε, γιατί δεν μπορούσα να τον σηκώσω μοναχός μου. Μας τραγούδησε κι η γιαγιά μου το Σόλε Μίο, στο τραπέζι, φύγαμε και κακήν κακώς από την Ανάσταση γιατί είχαμε πλακωθεί όλοι στα καργιόλια κι αρχίσανε να μας σκάνε την ίδια στιγμή που αρχίσαν να σκάνε τα βεγγαλικά, είχαμε και το σκυλάκι του Λέηζερ μαζί που είχε λυσσιάξει τελείως, δέσαμε εκείνο το Πάσχα, κομπλέ τελείως.
Τί κάναμε... μαλακίες κάναμε... ότι μαλακία θες, την κάναμε. Και την πίναμε... Κάποια φάση, έψαχνα τώρα εγώ να βρω ατροπίνη, γιατί είχα κολλήσει με τον Καστανέντα κι είχα βρει οτι οι ντάντουρες που έπινε είχαν ατροπίνη και σκοπολαμίνη για συστατικά- κι αφού δεν έβρισκα ντάντουρες, βρήκα ένα κολλήριο που είχε ατροπίνη. Το χρησιμοποιούσανε οι οφθαλμίατροι για εξετάσεις, γιατί βάζεις μια σταγόνα στο μάτι σου και ανοίγει η κόρη σου τέντα, και φαίνεται όλο το εσωτερικό. Εμείς αρχίσαμε πρώτα να το ρουφάμε από τη μύτη, κάποιος που μου το είπε πρώτος, έτσι μου είπε οτι το έκανε, σα βιξ, σνιφφφ- μαλακία όμως, κύλαγε στο λαιμό και σου άφηνε μια γεύση σα σκοτωμένα ραδίκια. Μετά αρχίσαμε να το βάζουμε σε κοκακόλες και να το πίνουμε έτσι. Και πάλι σκατά γεύση, και τέτοια κομμάτια, δεν έχω ξαναδεί, ούτε έχω ξαναγίνει. Χανόσουνα τελείως. Το μάθανε κι άλλοι και το δοκιμάσανε, κι οι περισσότεροι, όπως κι εμείς, δεν το ξαναγγίξανε, τρομάξανε. Ο αδερφός ο μεγάλος του Λόγκαν μόνο ήθελε να συνεχίσει να το πίνει, αλλά τον έπιασα και του είπα οτι υπάρχει κίνδυνος να μείνεις στον τόπο, να πάθει η καρδιά σου κι έτσι- και χαμογέλασε λίγο στεναχωρημένα, είπε "α, είναι επικίνδυνο, ε;" και δεν το ξανάπιε. Ευτυχώς, γιατί μου είπε μετά οτι στη φάση που τό 'πιε γύρισε νύχτα με τη μηχανή, καμμιά τριανταριά χιλιόμετρα, μέχρι σχεδόν τα Σπάτα έμενε, και νόμιζε οτι είχε ένα φίλο του στο πίσω κάθισμα και γύρναγε συνέχεια να του μιλήσει. Έτσι κι είχε πέσει να σκοτωθεί, θα με έγδερνε όλο το Λογκανέικο, είχε και καμμιά εξηνταριά αδέρφια, ζωή νά 'χουνε, ζωντανό θα με ψήνανε σε σιγανή φωτιά... χωρίς βιασύνες...
Ντραγκς, σου λέει.
Ξέρεις που λένε οτι οι κακές παρέες το ρίξανε το παιδί στα ναρκωτικά...; Εγώ μια μέρα, μόλις τα είχα χαλάσει με τη Γελαδίτσα μου, κι είχα κάτι σκοτοδίνες, μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Βλέπω το Λέηζερ και το Σίντ, μαζί με τον Ξανθούλη, να πίνουνε. Πάω κοντά, με το μάτι νά 'χει γυρίσει ανάποδα, και τους κάνω σκηνή τώρα, γιατί πίνουνε χωρίς εμένα- εμένα, που τους τά 'πρηζα μια ζωή τί μαλακία είναι τα ντραγκς κι οτι πρέπει να τα κόψουνε κι εγώ ούτε τσιγάρο κανονικό δεν καπνίζω και πατατί πατατά. Κοιτάζονται, μου λένε "μα εσύ δεν πίνεις". Ε, από 'κεινη τη στιγμή ήταν που άρχισα να πίνω, και βρεθήκαμε αργότερα να κολλάμε φράγκα να ψωνίσουμε και να γυρνάμε με το αμάξι του Τσέχου, παρέα στο πιώμα, παρέα και στην ξενέρα.
Μετά το ρίξαμε στις βενζίνες- πηγαίναμε και τις παίρναμε από το περίπτερο, κάτω απ' το σταθμό. Μέχρι που μας πήρε χαμπάρι η περιπτερού και μας έπιασε στο ψιλό: "τί τις θέλετε τόσες βενζίνες, καθαριστήριο θα ανοίξετε;" Ύστερα, αρχίσαμε να γυρνάμε στα φαρμακεία, "γκουχ γκούχ, μήπως έχετε κάτι για το βήχα", "είναι για τον παπού μου" και μαλακίες, ε, μας δίνανε, σιρόπια, στ' αρχίδια τους. Χάπια δεν μας δίνανε, όμως, μέχρι που κάποια στιγμή έγινε η μεγάλη συνεργασία, εγώ ο Σιντ και ο Τσέχος, και τους τα πήραμε όλα, μέχρι τελευταίο μπουκάλι- μετά σου λέγανε οτι έχει έλλειψη κι όντως είχε, τέτοια φάση.
Ξεκίνησε με τον Σιντ, που τον έστελνε η μάνα του σ' ένα γιατρό να τον κοιτάει. Βγήκε λέει ο γιατρός μια στιγμή από το δωμάτιο κι ο Σιντ του βούτηξε μια σφραγίδα και κάτι σελίδες από το μπλοκ με τις συνταγές. Μετά, μπήκα εγώ σ' ένα φωτοτυπάδικο και του ζήτησα να μας φτιάξει ένα μπλοκ, με σελίδες ίδιες (αλλά του είπα άσχετο τηλέφωνο και διεύθυνση, κι άλλο όνομα να βάλει, ευτυχώς δεν πρόλαβε να δει καλά τί έγραφε η ορίτζιναλ σελίδα). Ο τυπάκος στο μαγαζί τσακίστηκε να με εξυπηρετήσει, του είπα οτι κάνω εξωτερικές εργασίες για το γιατρό, μου είπε και μόνος του να μας φτιάξει καινούργια σφραγίδα με το ψεύτικο όνομα, που φοβόμουνα να του το ζητήσω μην καρφωθώ, καταχάρηκε αυτός που έκανε εξυπηρέτηση στον πελάτη, κι εγώ που έγινε η δουλειά σένια, ούτε που το περίμενα να βγούνε όλα τόσο κυριλέ και φοβόμασταν όλοι μή μας μυριστούνε και μας φέρουνε τους μπάτσους. Μετά, ο Σιντ έφτιαξε τις συνταγές, έκανε τα γράμματα τα γιατρικά, έτσι που τα κάνουν με κόρπο, και έβαλε και από μια υπογραφάρα, κι ύστερα, με σωφέρ τον Τσέχο τώρα (ε, να κάνει κάτι κι αυτός!) πήραμε σβάρνα τα φαρμακεία και καβαντζωθήκαμε. Μας έβγαλαν κάνα μήνα, με το ζόρι, δώσαμε και σ' άλλους, καμμιά οικονομία, χάπαχάπαχάπα, σαν τον πάκμαν τα τρώγαμε... καλή φάση... αλλά έτσι και μας πιάνανε, θα μας κόβανε τον κώλο ανάποδα.
Πολλές φάσεις... τί θυμάμαι... τις περισσότερες τις έχω ξεχάσει. Μου τις λέγανε την άλλη μέρα κι έλεγα "καλά, πότε έγινε αυτό"; Και μου λέγανε "αφού ήσουνα κόκαλο". Κι ύστερα γινόταν το ίδιο από την ανάποδη- δεν νομίζω να είναι ένας από την παρέα που να τα θυμάται όλα, ούτε καν ο Πιτσιρικάς, που δεν έπινε.
Αλλά όσο τα γράφω, τόσο τα θυμάμαι. Θυμάμαι τη Μικρή, που βρέθηκε στο πάρκο σκαστή από το σπίτι της και τη φιλοξενούσαμε εκ περιτροπής, ο καθένας σπίτι του- και κοιτάγανε οι μισοί να τη γαμήσουνε, οι άλλοι μισοί να μην τους αφήσουνε, γιατί ήτανε μικρή, δεκατριών χρονών. Άνω κάτω μας είχε κάνει, ένα πάρκο πουτάνα- ένα βράδυ, στο Μεταλλάδικο, ήταν λοιώμα τελείως και της είχε πέσει από δίπλα ο Αυτιάς, και τη χαμούρευε. Το μαθαίνει ο Λόγκαν, ο Αυτιάς ήταν φίλος του παιδικός, δεν του πήγαινε να τον πλακώσει. Σκάει στο πάρκο ο Τσουλουφάκης, που είχε ίδιο όνομα με τον Αυτιά, τον βλέπει ο Λόγκαν, ήτανε και λοιώμα, τα μπέρδεψε, σηκώνεται πάνω και τον αρχίζει, πήγε να τον σκοτώσει, του βάραγε κλωτσιές στη μάπα με τις αρβύλες κι έκανε γκελ το κεφάλι του στις πλάκες. Καλά που ήτανε ο Μορφονιός και τον σταμάτησε, γιατί οι άλλοι είχαμε χεστεί πάνω μας και δεν θα τον έσωζε κανείς τον πιτσιρικά. Την επόμενη φορά που τον είδε πήγε και του ζήταγε συγγνώμη... προσπαθούσε και να του πεί οτι δεν μπορεί να του βάρεσε αρβυλιές στο κεφάλι (δεν το θυμότανε), γιατί, και καλά, άτομο από το πάρκο δεν θα το χτύπαγε τόσο. Ναι, καλά, δε λες που ακούγανε τα γκάπ και γκουπ μέχρι το φαστφουντάδικο απέναντι... Αλλά τί να του πείς. Τουλάχιστον, από τότε δεν νομίζω να τον ξανακούμπησε κανείς τον Τσουλουφάκη, όσο ήταν εκεί γύρω ο Λόγκαν.
Ένα βράδυ η Μικρή έμεινε στου Λέηζερ και κάποια φάση πήγε και κάθησε σε μια καρέκλα που της έφευγε η ψάθα- έ, και της έφυγε η ψάθα κι η Μικρή έπεσε μέσα στο στεφάνι, μάγκωσε κι έμεινε 'κει, με τα χέρια και τα πόδια στον αέρα. Κι έμεινε έτσι για κάνα μισάωρο, γιατί τη βλέπαμε εγώ κι ο Λέηζερ, πηγαίναμε να τη βοηθήσουμε και μέχρι να την φτάσουμε, μας λύνονταν τα γόνατα από τα γέλια και δεν μπορούσαμε να την πλησιάσουμε. Κι όσο συνειδητοποιούσαμε την κατάσταση, οτι περνάει η ώρα κι αυτή μένει σφηνωμένη στην καρέκλα κι εμείς δεν μπορούμε να πάμε να τη βοηθήσουμε, από τα γέλια, τόσο μας πιάναν κι άλλα γέλια. Κι η Μικρή να κάθεται στωικά εκεί, και να λέει "έλα μωρέ παιδιά, ξεκολλάτε..." ε, και μας σκότωνε πιο πολύ μ' αυτό, κατάλαβες; Άκου ξεκολλάτε... εμείς να ξεκολλήσουμε; Εσύ έχεις κολλήσει! Και δώστου γέλια.
Την πέτυχα αργότερα τη Μικρή, όταν είχα αρχίσει να βγαίνω, κι είχε γίνει πουτάνα, κι αυτή, κανονικά. Και μ' έλεγε και μπαμπά της ακόμη- ανέκδοτο σκέτο. Αλλά δε γέλασα. Ξέρω 'γω. Άμα φύγεις από το σπίτι σου στα δεκατρία σου και τριγυρνάς να κοιμάσαι στον κάθε μαλάκα, τί θα γίνεις, δασκάλα Γαλλικών; Πουτάνα θα γίνεις. Αστείο είναι αυτό τώρα; Μαλακίες. Άμα είχα εγώ παιδιά δικά μου και φεύγανε από το σπίτι στα δεκατρία, θα έτρεχα πίσω τους με το φανάρι, κι ας πηγαίνανε, όχι στα πάρκα που αράζανε τα φρικιά, στο διάλο τον ίδιο να πηγαίνανε. Μαλάκες κάφροι γονείς, σου λέει μετά.
Θυμάμαι, τώρα, κι άλλα, συνέχεια... Ένα βράδυ ήμασταν πίσω από τα Τεχνικά, και είχαμε δυο τσιγάρα, να πιούμε. Κάθονται οι άλλοι να στρίψουνε, πάνω σε ένα πυργίσκο της ΔΕΗ που είχε εκεί πέρα, σκαρφαλωμένοι. Εμένα με είχε πιάσει ίλιγγος γιατί είχα πιεί ένα σιρόπι- μου χρώσταγε ένα τριπάκι ο Τζώνυ κι επειδή δεν έβρισκε, μου έφερε να πιούμε σιρόπι... τί να σου πώ, με υποχρέωσε. Τέλος πάντων, είμαι τώρα κάτω από τον πυργίσκο και ακούω τους άλλους πάνω να συνωμοτούνε, με χαμηλή φωνή, και καλά οτι θα μου πούνε οτι το σταφ έβγαζε μόνο ένα τσιγάρο, και θα καβαντζώσουνε το άλλο να πάνε να το πιούνε μοναχοί τους. Τους ακούω καθαρά μιλάμε! Τρώω φλας, πρώτο, δεν γίνεται, κάτι άλλο θα άκουσα, αυτοί να συνεχίζουνε, να τους ακούω κρύσταλλο. Κάποια στιγμή, κατεβαίνει ο Τσέχος και μου λέει να πάμε βόλτα. "Τί βόλτα ρε μαλάκα"; φρικαρισμένος εγώ. Με παίρνει με το ζόρι και κάνουμε γύρω γύρω την αυλή εκεί που ήμασταν δυο φορές. Μετά γυρνάμε να κάτσουμε σε κάτι παγκάκια μαζί με τους άλλους, που είχανε κατέβει, να πιούμε. Καθόμαστε, μου λέει ο Λέηζερ με ύφος από κλαμμένο μουνί οτι δεν έφτασε το σταφ για δυο τσιγάρα και το έβαλε όλο σε ένα, ελπίζει να μη με πειράζει. Σου λέω, μου σηκώθηκε η τρίχα, φρίκαρα τελείως. Αλλά τί να πώ, δεν ήθελα να πιστέψω οτι μου κάνουνε τέτοιο σκηνικό η παρέα μου.
Πίνουμε, εγώ μες τη μαύρη φρίκη, αυτοί να έχουνε χεστεί στο γέλιο, κάποια φάση αφού είχε τελειώσει το τσιγάρο, βγάζει ο Λέηζερ ένα άλλο- έτοιμο, στριμμένο, τρίφυλλο. Φλας. Τ' είν' αυτό; Μου λέει ο Λέηζερ, μισοκακόμοιρα, "Αυτό είναι ένα τσιγάρο με καπνό σκέτο, το στρίψαμε για να μας φύγει το άχτι που δεν μας βγήκε δεύτερο τσιγάρο και λέμε να το καπνίσουμε για την ιδέα". Καλά ρε παιδιά, αρχίζουνε να το καπνίζουνε, και καλά. Αφού βάλανε και σάλιο. Κάποια στιγμή φτάνει και σ' εμένα το "άχτι", μου λένε "Εσύ, Αρχίδι, δεν καπνίζεις σκέτο καπνό, έτσι;" Δεν κάπνιζα, αλλά είχα σαλτάρει τελείως. "Να, δοκίμασε ρε σύ, σκέτος καπνός είναι" να μου λένε, τελικά το παίρνω κι αρχίζω να ρουφάω- και δεν καταλαβαίνω Χριστό. Μου είχανε ανοίξει τα πνευμόνια από το σιρόπι και είτε καπνός έμπαινε, είτε χασίσι είτε αέρας, το ίδιο μου έκανε. Λέω "Πάτε να με κολλήσετε" και όντως είχα κολλήσει τελείως- δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν καπνός ή αν ήταν χασίσι, με τίποτα. Και τότε γίνεται το μοιραίο- μου παίρνει ο Πιτσιρικάς το τσιγάρο από τα χέρια, μου λέει "Να ρε μαλάκα, καπνός είναι, αφού το καπνίζω κι εγώ που δεν πίνω" και μπροστά στα μάτια μας όλων, τραβάει μια τζούρα, βαθειάαα, άπατη. Τέσσερις μαλάκες, Τσέχος, Ψηλός, Λέηζερ κι εγώ, φύγαμε τελείως. Σηκωθήκαμε πάνω, αρχίσαμε να φωνάζουμε, χεστήκαμε πάνω μας κι ο Πιτσιρικάς να γελάει. "Ρε μαλάκα, εσύ ΔΕΝ ΠΙΝΕΙΣ" να του φωνάζουμε- γιατί τόσο καιρό γυρνάγαμε και πίναμε κι αυτός δεν το είχε αγγίξει καθόλου. Αυτός να έχει γαμηθεί στα γέλια και να προσπαθεί να μας εξηγήσει, οτι, εντάξει, έχει ξαναπιεί με το φίλο του τον Καράμπελα, ξέρω γώ, απλώς δεν το γουστάρει... αλλά τό 'κανε για να μας φλασάρει. Και το πέτυχε. Τρελλαθήκαμε τελείως.
Καλά, έτσι θα με πάει, δε θα σταματήσω τώρα που ξεκίνησα. Δε γαμιέται, καλά περάσαμε. Χαβαλέ κάναμε. Δεν σκοτωθήκαμε, δεν μπήκαμε φυλακή και δεν πέσαμε όλοι στην πρέζα. Καλά είμαστε.
Μετά που διαλύσαμε, έκανα πιο πολύ παρέα με τον Τσέχο, και κάτι φιλαράκια του, γιατί με τον Λέηζερ είχα τσακωθεί στα σοβαρά. Μερικές φορές ερχόταν κι ο Ψηλός μαζί μας, αλλά μετά άρχισε να του τη μπαίνει συνέχεια ο μαλάκας ο Άνεμος, ο κουραδόμαγκας. Δεν ξέρω πώς την είχε ακούσει έτσι αυτός ο ηλίθιος, την είχε δεί πολύ άτομο, γιατί είχε πάει Λοκατζής- κάθε φορά μας έπρηζε τον πούτσο με τις ιστορίες από το στρατό. Ε, μπουχέσας ήτανε. Φόραγε κάτι παντελόνια, κολλητά όπως όλοι, αλλά τα διάλεγε επίτηδες να του έρχεται ο καβάλος πάνω από τον αφαλό- σαν να φοράει πάνες, τί διάολο... Τέλος πάντων, αυτή η μαλακόφατσα, κάποια φάση την είδε να την λέει του Ψηλού. Ο Ψηλός ήτανε κλασσικά ήσυχο ατομάκι, ήθελε να τα έχει καλά με όλους, δεν είχε προσωπικά με κανένανε και δεν ήξερε τί να κάνει, πώς ν' αντιδράσει, δεν ήθελε τώρα να τσακώνεται, καθόντουσαν κι όλο στην ίδια παρέα με το μαλάκα. Ε, και βέβαια, κι ο μαλάκας, στον Ψηλό βρήκε να πουλήσει μούρη, που ήξερε οτι δεν θα γινότανε μανούρα.
Οπότε, σε κάποια φάση ήμαστε σπίτι μου, πάνω, εγώ, ο Τσέχος, ο Ψηλός, ο Πετράν, κι ο Σόνυ και χαζεύουμε τσόντες στον υπολογιστή μου. Βρίσκω λοιπόν κάτι φωτογραφίες που είχαμε βγάλει, και τις είχα σκανάρει, που ήτανε μέσα κι ο μαλάκας ο Άνεμος. Και δεν ξέρω πώς μου ήρθε, είχα μια τσόντα που γαμούσε μια τραβεστί έναν τύπο πάνω σ' ενα τραπέζι. Κι όπως είχα από τη μια την τσόντα, από την άλλη τη φωτογραφία του μαλάκα του Άνεμου, κόβω το κεφάλι του Άνεμου και το κολλάω πάνω στο λαιμό του τύπου στην τσόντα, και το φτιάχνω κι ωραίο με το φοτοσόπ. Κι επειδή κάτι του είχαμε πει και ήτανε χαρούμενος στην φωτογραφία, ο μαλάκας ο Άνεμος, βγήκε ένα σύμπλεγμα, η τραβεστί να γαμάει τον μαλάκα τον Άνεμο πάνω στο τραπέζι κι αυτός να χαμογελάει λες και είχε κερδίσει το λαχείο, κάτι μαγουλάκια, άχου τα να τα τσιμπήσεις! Κι είμαστε τώρα πέντε άνθρωποι να έχουμε χεστεί στο γέλιο, γύρω γύρω στην οθόνη- με τον Ψηλό μπροστά, το καταφχαριστήθηκε νομίζω. Μετά, όταν πήγαινε να του την πει ο μαλάκας ο Άνεμος, θα θυμότανε τη φωτογραφία ο Ψηλός, και το γέλιο που είχαμε ρίξει και θα τον έγραφε στ' αρχίδια του...
Κάποια στιγμή, κι από 'κει τσακίσαμε, πέθανε ο Πετράν (πρέζα), τελικά χαθήκαμε και με τον Ψηλό και με τον Τσέχο. Μέχρι που τρακαριστήκαμε με τον Τσέχο ένα βράδυ, στην Φωκίωνος, άσχετο. Κάτσαμε σε κάτι παγκάκια και τα λέγαμε, λέγαμε για την παρέα και λέγαμε κι οι δύο οτι τέτοιες φάσεις δεν ξαναγίνονται, μια φορά σου κάθονται, δεν ξαναγυρνάνε. Μου τό 'λεγε, αυτός, κι είχε αστέρια στα μάτια του, κι εγώ ταξίδευα πίσω, σαν να ήταν άλλο παρελθόν, άλλος κόσμος, άλλη διάσταση, που γίναν όλα αυτά. Σαν να θυμόμασταν τον χαμένο κήπο της Εδέμ, την ξεχασμένη μας παιδική ηλικία στη χώρα των ξωτικών...
Πάνε αυτά, δεν ξαναγυρνάνε κι οι αναμνήσεις δεν βοηθάνε σε τίποτα. Σταματάω, λοιπόν- εδώ. Και πάω να χαρώ τη ζωούλα μου, την χαλαρή, που μπαίνω στα μαγαζιά και με λένε κυρία. Και που τσακώνομαι με συγγενείς που φρικάρουν που φοράω φουστάνια... άκου να δείς με τί κάθονται κι ασχολούνται, με τί βαρετές μαλακίες. Τί μίζερες κουταμάρες. Μα πού ήρθα και προσγειώθηκα; Ούτε που έχω καταλάβει. Και πού είναι οι άλλοι; Σκορπίσαμε, ο καθένας βγήκε αλλού, και χαθήκαμε. Χαθήκαμε. Και δεν θα ξαναβρεθούμε, ποτέ, πουθενά. Πανε τα χρόνια 'κεινα τα παλιά. Και πάει η παρέα μου, την έχασα. Τους έχασα όλους.
(Κι όλα αυτά είναι φανταστικές μαλακίες- κανείς και τίποτα δεν υπάρχει, κι ούτε έχει γίνει τίποτα από όλα αυτά. Μόνο τα ψευδώνυμα είναι αληθινά, γιατί δεν κινδυνεύει κανένας πια, κι από κανέναν. Και δεν είχα ποτέ παρέα, δεν είχα ποτέ φίλους, δεν ήμουνα ποτέ αγόρι. Και δεν έζησα ποτέ μου, τίποτα και πουθενά. Πουθενά.)